Ιστορία

Κείμενα του 1821

Ποιήματα, όρκοι, τραγούδια και ότι άλλο sxetiko και επαναστατικό για την Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Άλλες Κατηγορίες : Επέτειο ΟΧΙ - Ποιήματα, Τα τραγούδια του Σαράντα (ΟΧΙ), 1940 - Ανακοινωθέν, Μάχες του 1821, Ρήσεις του Ρήγα (1821),
Αναζήτηση για:
Ταξινόμηση: Αντίστροφα

Ένα μικρό Τουρκόπουλο

Ένα μικρό Τουρκόπουλο (2)
Μικρό διαβολεμένο
Μια Ρωμιοπούλα κυνηγά (2)
Γυναίκα να την πάρει
Κι η κόρη από το φόβο της (2)
Κι από την αντροπή της
Τα πλάγια-πλάγια έπαιρνε (2)
Και στον Αη Γιώργη βγαίνει
Βόηθα σ' με Αη Γιώργη μ' βόηθα σ' με (2)
Να μη με πάρει ο Τούρκος
Θα φέρει αμάξια το κερί (2)
Φορτώματα το λάδι.

Δημοτικό τραγούδι της σκλαβιάς.

Το κρυφό σχολειό

Απ' έξω μαυροφόρ' απελπισιά,
πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι,
και μέσα στη θολόκτιστη εκκλησιά,
στην εκκλησιά, που παίρνει κάθε βράδυ
την όψη του σχολειού,
το φοβισμένο φως του καντηλιού
τρεμάμενο τα ονείρατα αναδεύει,
και γύρω τα σκλαβόπουλα μαζεύει.

Εκεί καταδιωγμένη κατοικεί
του σκλάβου η αλυσόδετη πατρίδα,
βραχνά ο παπάς, ο δάσκαλος εκεί
θεριεύει την αποσταμένη ελπίδα
με λόγια μαγικά,
εκεί η ψυχή πικρότερο αγροικά
τον πόνο της σκλαβιάς της, εκεί βλέπει
τι έχασε, τι είχε, τι της πρέπει.

Κι απ' την εικόνα του Χριστού ψηλά,
που εβούβανε τα στόματα των πλάνων,
και ρίχνει και συντρίβει και κυλά
στην άβυσσο τους θρόνους των τυράννων,
κι από την σιγαλιά,
που δένει στο λαιμό πνιγμού θηλιά,
κι απ' των προγόνων τ' άφθαρτα βιβλία,
που δείχνουν τα πανάρχαια μεγαλεία,

ένας ψαλμός ακούγεται βαθύς
σα μελωδίες ενός κόσμου άλλου,
κι ανατριχιάζει ακούγοντας καθείς
προφητικά τα λόγια του δασκάλου
με μια φωνή βαριά.
«Μη σκιάζεστε στα σκότη! Η λευθεριά
σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι
της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει».

Ιωάννης Πολέμης

Εις τον Ιερόν Λόχον

Ας μη βρέξει ποτέ
το σύννεφον, και ο άνεμος
σκληρός ας μη σκορπίσει
το χώμα το μακάριον
που σας σκεπάζει.

Ας το δροσίση πάντοτε
με τ' αργυρά της δάκρυα
η ροδόπεπλος κόρη
και αυτού ας ξεφυτρώνουν
αιώνια τ' άνθη.

Ω γνήσια της Ελλάδος
τέκνα ψυχαί που επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα εκλεκτών Ηρώων,
καύχημα νέον

σας άρπαξεν η τύχη
την νικητήριον δάφνην,
και από μυρτιά σας έπλεξε
και πένθιμον κυπάρισσον
στέφανον άλλον.

Αλλα αν τις απεθάνη
δια την πατρίδα, η μύρτος
είναι φύλλον ατίμητον
και καλά τα κλαδιά
της κυπαρίσσου.

Αφ' ου εις του πρώτου ανθρώπου
τους οφθαλμούς η πρόνοος
φύσις τον φόβον έχυσε
και τας χρυσάς ελπίδας
και την ημέραν

επί το μέγα πρόσωπον
της γης πολυβοτάνου,
ευθύς το ουράνιο βλέμμα
βαθυσκαφή εφανέρωσε
μνήματα μύρια.

Πολλά μεν σκοτεινά
φέγγει επ' ολίγα τ' άστρον
το της αθανασίας
την εκλογήν ελεύθερον
δίδει το θείον.

Έλληνες της πατρίδος
και των προγόνων άξιοι
Έλληνες σεις, πώς ήθελεν
από σας προκριθείν
άδοξος τάφος;

Ο Γέρων φθονερός
και των έργων εχθρός
και πάσης μνήμης έρχεται
περιτρέχει την θάλασσαν
και την γην όλην.

Από την στάμναν χύνει
τα ρεύματα της λήθης
και τα πάντα αφανίζει.
Χάνονται οι πόλεις, χάνονται
βασίλεια κ' έθνη.

Αλλ' ότε πλησιάσει
την γην οπού σας έχει,
θέλει αλλάξειν τον δρόμον του
ο Χρόνος, το θαυμάσιον
χώμα σεβάζων.

Αυτού, αφού την αρχαίαν
πορφυρίδα και σκήπτρον
δώσωμεν της Ελλάδος,
θέλει φέρειν τα τέκνα της
πάσα μητέρα,

και δακρυχέουσα θέλει
την ιεράν φιλήσειν
κόνιν και ειπείν:
τον ένδοξον Λόχον,
τέκνα, μιμήσατε,
Λόχον Ηρώων.

Ανδρέας Κάλβος

Εις την Ελλάδα, Πούσκιν

Εμπρός, Ελλάς επαναστάτισα, στάσου όρθια
κράτα με τα γερά τα όπλα την δύναμήν σου.
Δεν εγέρθηκε ένας Όλυμπος του κάκου
η Πίνδος σου και οι Θερμοπύλες, η τιμή σου.
Επετάχθηκε απο των σπλάχνων σου τα βάθη
η ελευθερία σου δυνατή, φωτός πυρήνας
κι απ' του Θησέος και του Περικλή τους τάφους
και τα πάντα νέα ιερα των Αθηνών.
Θραύσε τώρα, γη θεών και ηρώων
της σκλαβιάς τες αλυσίδες, την μαύρην μοίρα
με τες γλυκόηχες ωδές απο του Τυρταίου
και από του Ρήγα και του Βύρωνος την λύρα.
Ποίημα για την επαναστάτρια Ελλάδα.

Η εικοστή πέμπτη Μαρτίου

Τέτοιαν ημέρα διάλεξεν η σπλαχνική Μαρία
να ειπεί στον Κύριο του Παντός που τ άψυχα εμψυχώνει:
«Κοίτα στη γη τους Χριστιανούς, που μ άπειρη λατρεία
εμέ γιορτάζουν σήμερα, πόση σκλαβιά πλακώνει;»
Και πνεύμα θείο χύθηκε μεμιάς εις την Αγία
ψυχή του ενδόξου Γερμανού, που ατρόμητος απλώνει
το ξακουστό το Λάβαρο κι από την εκκλησία
πρώτος προβαίνει αγωνιστής και πρώτος ξεσπαθώνει.
Φεύγουν απ' όλες τις μεριές οι Τούρκοι τρομαγμένοι,
ενώ προφέρει ο Γερμανός κι ηχολογούν οι άλλοι
τον όρκο, π όλην έσειε βαθιά την οικουμένη.
Μέρα γλυκιά, μέρα λαμπρή, μέρα χαριτωμένη!
Κάθε φορά που η λάμψη σου στην εκκλησιά προβάλλει,
πάντα με δάφνη ελεύθερη θα την ιδείς σπαρμένη.
Ποίημα για την 25η Μαρτίου.

Περήφανοι όλοι

Ήταν μαζεμένοι όλοι μία βραδιά
και στο τζάκι έκαιγε η φωτιά
μέσ' τα μάτια τους φαινόταν καθαρά
πως για αυτούς τα χρόνια ήταν σκληρά.
Περήφανοι όλοι με γενναία καρδιά,
πολεμούσαν για τη λευτεριά.

Όλοι τους καπεταναίοι κι αρχηγοί,
ήταν κλέφτες και αρματολοί,
ποτέ τους δε σκεφτόταν φόβος τι θα πει
και το βόλι ας έπεφτε βροχή.
Περήφανοι όλοι με γενναία καρδιά,
πολεμούσαν για τη λευτεριά.

Και τώρα μιλούσαν πάλι για τα παλιά,
καθισμένοι γύρω απ' τη φωτιά.
Πάνω που μιλούσαν για παλικαριές
κι είχαν δυναμώσει οι φωνές,
θυμήθηκαν τ αδέρφια τους που χάθηκαν,
πολεμώντας και πικράθηκαν.
Περήφανοι όλοι με γενναία καρδιά,
πολεμούσαν για τη λευτεριά.

Για αυτή πολεμήσανε και έφτιαξαν παιδιά,
για να ζήσουν μέσ' τη λευτεριά.
Και βγήκαν λεβέντες με γενναία καρδιά,
σαν τους πατεράδες τους κι αυτά,
και πάνω σ' αυτή τη σκέψη ήσυχοι πια,
κοιμήθηκαν για παντοτινά.
Περήφανοι όλοι με γενναία καρδιά,
πολεμούσαν για τη λευτεριά.
Δημοτικό τραγούδι για τους αγωνιστές.

Οι κλέφτες του βάλτου

Κάτου στου βάλτου τα χωριά,
Ξερόμερο και Άγραφα και
στα πέντε βιλαέτια,
Βάλτε μπρε να πιούμ', αδέρφια.
- Εκεί είν᾿ οι κλέφτες οι πολλοί,
ούλοι ντυμένοι στο φλωρί,
κάθουνται και τρων και πίνουν
και την Άρτα φοβερίζουν.
Πιάνουν και γράφουν μία γραφή,
βρίζουν τα γένια του κατή,
γράφουνε και στο Κομπότι,
προσκυνούνε το δεσπότη.
Μπρε Τούρκοι, κάνετε καλά,
γιατί σας καίμε τα χωριά.
Δώστε μας τ αρματωλίκι
γιατί ερχόμαστε σα λύκοι.
Κλέφτικα Δημοτικά του 21.

Παιδιά της Σαμαρίνας

Κι εσείς παιδιά μωρέ κλεφτόπουλα.
Παιδιά της Σαμαρίνας, μωρέ παιδιά καημένα.
Παιδιά της Σαμαρίνας κι ας είστε λερωμένα.

Αν πάτε, πά - μωρ' πάνω στα βουνά,
ψηλά στη Σαμαρίνα μωρέ παιδιά καημένα.
ψηλά στη Σαμαρίνα κι ας είστε λερωμένα.

Τουφέκια να μωρ' να μη ρίξετε.
Τραγούδια να μην πείτε μωρέ παιδιά καημένα.
Τραγούδια να μην πείτε κι ας είστε λερωμένα.

Κι αν σας ρωτήσει μωρέ η μάνα μου,
η δόλια η αδερφή μωρέ παιδιά καημένα.
η δόλια η αδερφή μου κι ας είστε λερωμένα.

Μην πείτε, πεί - μωρ' πως εχάθηκα.
Πως είμαι σκοτωμένος μωρέ παιδιά καημένα.
Πως είμαι σκοτωμένος κι ας είστε λερωμένα.

Δημοτικά ηρωικά τραγούδια.

Όλη δόξα όλη χάρη, 1821

Όλη δόξα, όλη χάρη, άγια μέρα ξημερώνει
και τη μνήμη σου το Έθνος χαιρετά γονατιστό.
Και τα στήθη σου όλο φλόγα με τον ήλιο σου πυρώνεις,
που χρυσός με περηφάνια περπατεί στον ουρανό.

Στην Αγία Λαύρα πρώτα τις χρυσές ακτίνες χύνει,
που λεβέντες πρώτ' ανάψαν του πολέμου τη φωτιά.
Τη γαλάζια μας Σημαία με τη χάρη του λαμπρύνει
και του θείου Ιεράρχη χαιρετάει τη σκιά.

Ομορφιά και δόξα χύνει όπου γη αιματωμένη
απ' το τιμημένο αίμα των παιδιών της κλεφτουριάς.
Τ' άγιο χώμα χαιρετάει και περήφανα διαβαίνει
από τα Ψαρά στο Σούλι και στο χάνι της Γραβιάς.

Απ' τη Ρούμελη κι εκείθε απ' την Κλείσοβα περνάει
και στο Μεσολόγγι μέσα χύνει το χρυσό του φως.
Την αιματωμένη γη του χαιρετάει κι ευλογάει,
όπου τόσοι σε μια νύχτα έπεσαν ηρωικώς.

Τιμή στην επανάσταση του 1821.

Τι έχεις καημένε πλάτανε, 1821

Τι έχεις ,καημέ- καημένε πλάτανε, που στέκεις μαραμένος
Μέρα και νύ- και νύχτα στο νερό, αμάν, μέρα και νύ-
και νύχτα στο νερό
Μέρα και νύ- και νύχτα στο νερό και πάλι μαραμένος;

Μήπως βοριάς- βοριάς σε φύσηξε, αμάν, μήπως βοριάς,
Βοριάς σε φύσηξε
Μήπως βοριάς σε φύσηξε, μήπως κακό χαλάζι;

Παιδιά, σαν με-σαν με ρωτήσατε, αμάν, παιδιά, σαν με-
σαν με ρωτήσατε
Παιδιά , σαν με- σαν με ρωτήσατε, θα σας ομολογήσω
΄Μπραήμ πασάς, πασάς επέρασε, αμάν, ΄Μπραήμ πασάς,
πασάς επέρασε
΄Μπραήμ πασάς, πασάς επέρασε με δεκαοχτώ χιλιάδες
Κι όλοι στον ι- σον ίσκιο μ΄έκατσαν, αμάν, κι όλοι στον ι-
Στον ίσκιο μ΄έκατσαν.

Στη μέση τα Καλάβρυτα

Στη μέση τα Καλάβρυτα, στον πλάτανο από κάτω
Καθόσανται, Γερο-Ζαΐμη, τρεις γέρο-ωρέ, τρεις γέροντες
Καθόσανται τρεις γέροντες και οι τρεις καπεταναίοι
Ζαΐμης και ο-γερο-Ζαϊμη, και ο Πετι- κι ο Πετιμεζάς
Ζαΐμης κι ο Πετιμεζάς και ο γερο-Χαραλάμπης
Συμβούλιο, γερο-Ζαΐμη, κα-ωρέ, κάνανε
Συμβούλιο εκάνανε την Πάτρα για να κάψουν
Ζαΐμης δεν-γερο-Ζαΐμη, δεν υπό-δεν υπόγραφε.
Δημοτικό τραγούδι για το 1821.

Εγέρασα, μωρέ παιδιά

Εγέρασα, μωρέ παιδιά, πενήντα χρόνους κλέφτης
Τον ύπνο δεν εχόρτασα και τώρα αποσταμένος
Θέλω να πάω να κοιμηθώ, εστέρεψε η καρδιά μου
Βρύση το αίμα τι'χυσα, σταλαγματιά δε μένει
Καημένα μου παιδιά, σταλαγματιά δε μένει
Ένα από 'σας, το νιότερο, ας ανεβεί στη ράχη
Κι ας πάρει το τουφέκι μου τ΄άξιο καριοφίλι
Κι ας μου ρίξει τρείς φορές και τρείς φορές ας σκούξει
Ο γέρο-Δήμος πέθανε, ο γέρο-Δήμος πάει
Καημένα μου παιδιά, ο γέρο-Δήμος πάει.
Δημοτικό, κλέφτικο τραγούδι.

Τρία καραβάκια αρμένιζαν

Τρία καραβάκια αρμένιζαν σ' ένα βαθύ λιμάνι
Άιντε, μωρέ, τό 'να ήταν τον- Μαίρη, Μαιράκι, Πέτρο-του Πετρόμπεη
Τό 'να ήταν του Πετρόμπεη, τ' άλλο ήταν του Κανάρη
Άιντε, μωρέ, το τρίτο το- Μαίρη, Μαιράκι, καλύτερο
Το τρίτο το καλύ- το καλύτερο ήταν του Παπαφλέσσα
Άιντε, μωρέ, σείστηκε η Μά- άιντε, ρε Παπαφλέσσα, η Μάνη σείστηκε.
Κλέφτικο Δημοτικό τραγούδι του 21.

Πιάνουν και γράφουν γράμματα

Ωρέ, πιάνουν και γράφουν, πιάνουν και γράφουν γράμματα
Οι Τούρκοι οι- μωρέ, οι Λαλαίοι σε σένα Κόλια, σε σένα Κάλια, στρατηγέ
Ωρέ, σε σένα Κόλια, σε σένα Κόλια, στρατηγέ
Ζαμπίτη της- μωρέ, της Λιοδώρας, Κόλια μου, 'τί, Κόλια μου, 'τί ζουρλάθηκες
Ωρέ, Κόλια μου, 'τί, Κόλια μου, 'τί ζουρλάθηκες
Εσύ και τα- μωρέ, τα παιδιά σου; Του Μπαστηρά, του Μπαστηρά δεν παίρνεται
Του Μπαστηρά δεν παίρνεται, του Λάλα δεν πατιέται.
Κλέφτικο Δημοτικά τραγούδι του 21.

Τρείς περδικούλες κάθονται

Τρείς περδικούλες κάθονται, μωρέ, στη μέση το Λεβίδι
Μα είχαν τα νύχια, κό- άιντε, μπάρμπ' Αναγνώστη, Αναγνώστη μου, κό- μωρέ, κόκκινα
Μα είχαν τα νύχια κόκκινα, μωρέ, και τα. φτερά βαμμένα
Είχαν και στα κεφά- άιντε, μπάρμπ΄ Αναγνώστη κι Αντωνάκη, κεφά- στα κεφάλια τους
Είχαν και στα κεφάλια τους, μωρέ, μαντίλια λερωμένα
Μοιρολογούσαν κι έ- άιντε, μπάρμπ' Αναγνώστη, Αναγνώστη μου, κι έ- μωρέ, κι έλεγαν
Μοιρολογούσαν κι έλεγαν, μοιρολογάν και λένε
'Κείν' το κακό που γίνηκε στη μέση το Λεβίδι
Σκοτώσαν το Στριφτόμπολα αυτόν τον Αναγνώστη.
Κλέφτικο Δημοτικό τραγούδι του 21.
Σελίδα: 1 2 3 4 5> από: 5
Για ευαίσθητα θέματα (όπως πχ Υγείας & Διατροφής) θα πρέπει να είστε πολύ προσεκτικοί στην αποδοχή των όσων αναγράφονται . Για οποιοδήποτε θέμα μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας .