Εφόσον το κείμενο σε εισαγωγικά είναι μεγάλο, αποτελείται δηλαδή από περισσότερες της μιας περιόδους, τότε είναι αυτονόητο ότι στο τέλος της κάθε περιόδου θα πρέπει να μπει μια τελεία.

Άλλωστε, αυτός είναι και ο ορισμός της περιόδου: Ένα ολοκληρωμένο τμήμα του γραπτού λόγου που ξεκινά με κεφαλαίο γράμμα και καταλήγει σε τελεία, ή αλλιώς που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο τελείες.

 Έτσι, αν ολοκληρώνεται μία ή περισσότερες περίοδοι μέσα σε εισαγωγικά, η τελεία θα μπει υποχρεωτικά μέσα στα εισαγωγικά.

Αν όμως παραθέτουμε μια ξένη φράση σε εισαγωγικά (όχι ολοκληρωμένη περίοδο) μέσα σε μια δική μας περίοδο, τότε η φράση ολοκληρώνεται μέσα στα εισαγωγικά και η τελεία ακολουθεί. Θα πρέπει δηλαδή να αντιμετωπίζουμε την εκάστοτε στίξη ως αναγκαίο συμπλήρωμα της περιόδου.

Ο γενικός κανόνας είναι ότι τόσο η τελεία, η άνω τελεία αλλά και το κόμμα σημειώνονται έξω από τα εισαγωγικά, ενώ το ερωτηματικό και το θαυμαστικό μέσα σε αυτά, εκτός αν τα συγκεκριμένα σημεία στίξης δεν ανήκουν στο κείμενο που βρίσκεται μέσα στα εισαγωγικά, οπότε σημειώνονται έξω από αυτά (γραμματική Τριανταφυλλίδη).