BETA - Δοκιμαστική Λειτουργία v.7

Λεξικό - Γλωσσάρια

Ελληνικό Λεξικό

Προσπάθεια δημιουργίας ένος λεξικού με λέξεις και έννοιες που συχνά χρησιμοποιούμε άλλα δεν γνωρίζουμε την ακριβή τους σημασία.

AΒΑΚΑΣ

Σημαίνει : Eπίπεδη, τετράπλευρη σανίδα , τετράγωνη πλάκα στο επάνω μέρος του κιονόκρανου όπου ακουμπά το επιστύλιο , μαθητική πλάκα για γραφή ,αριθμητήριο με κινητά ξύλινα σφαιρίδια για εξάσκηση στον υπολογισμό μονάδων, δεκάδων κτλ .

Α ΚΑΠΕΛΑ

Α καπέλα : χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων .

ΑΒΑΚΑΣ

Όργανο για την εκτέλεση αριθμητικών πράξεων , κυρίως του πολλαπλασιασμού , το οποίο αποτελείται από ένα πλαίσιο με βέργες , πάνω στις οποίες μετακινούνται σφαιρίδια ή πλακίδια , που διευκολύνουν των υπολογισμό των μονάδων και των δεκάδων κατά τη διδασκαλία .

ΑΒΑΚΗΣ

Σημαίνει : Ο άλαλος ο άφωνος .

ΑΒΑΝΙΑ

Η συκοφαντική διάδοση , κατηγορία ..

ΑΒΑΝΤΑ

Το ευκαιριακό , το αθέμιτο και παράνομο υλικό κέρδος ( συνήθως για χαρτοκλέφτες , αργόμισθους κ.λ.π) .

ΑΒΑΝΤΑΔΟΡΟΣ

Αυτός που εικονικά ξεκινά δραστηριότητα ( συνήθως παράνομη ) , λ . χ . τυχερών παιχνιδιών , παράνομου εμπορίου .... με σκοπό να προσελκύσει και άλλους σε αυτήν .

ΑΒΑΡΙΑ

1 . Η βλάβη , η φθορά πλοίου εν πλω λόγω διακοπής της λειτουργίας της μηχανής ..2 . Η απόρριψη μέρους ή και όλου του φορτίου ενός πλοίου στη θάλασσα , για να αποφευχθεί η βύθισή του .

ΑΒΑΣΙΑ

Η ανικανότητα βαδίσεως λόγω οργανικών ή ψυχικών αιτιών .

ΑΒΑΣΚΑΝΤΟΣ

Αυτός που δεν ματιάζεται , που δεν έχουν ματιάσει .

ΑΒΑΣΚΑΝΤΟΥΡΙ

Αγριοβότανο που χρησιμοποιείται ως φυλαχτό κατά του ματιάσματος ..

ΑΒΑΣΤΑΓΗ

Αβασταγή : δέμα που κρατάει κανείς , το δεμάτι .

ΑΒΑΣΤΑΓΟ

Αβασταγό : υποζύγιο, ζώο που φορτώνεται.

ΑΒΑΥΚΑΛΙΣΤΟΣ

Αυτός που δεν έχει ή δεν μπορεί να παραπλανηθεί , να εξαπατηθεί ..

ΑΒΒΑΕΙΟ

1 . Το καθολικό μοναστήρι που διοικείται από αββά ή αββάισσα . 2 . Η έδρα του αββά και γενικότερα το συγκρότημα που περιλαμβάνει το μοναστήρι , την εκκλησία και την κατοικία του ηγουμένου .

ΑΒΒΑΣ

Ο ηγούμενος καθολικού μοναστηριού . Ο εφημέριος , ιερέας της Καθολικής εκκλησίας .

ΑΒΔΗΡΙΤΗΣ

Αυτός που χαρακτηρίζεται από ματαιοδοξία και ακρισία .

ΑΒΕΡΤΑ

Χωρίς φειδώ , γενναιόδωρα ...

ΑΒΕΡΤΟΣΥΝΗ

Το να μην είναι κανείς τσιγκούνης , η απλοχεριά ..

ΑΒΙΟΓΕΝΕΣΗ

Η παραγωγή ζωντανών οργανισμών από ανόργανη ύλη , η αυτόματη γένεση .

ΑΒΙΟΣ

Αβιος : άψυχος .Μεταφορικά σημαίνει , ταλαίπωρος, δυστυχής.

ΑΒΙΟΤΙΚΟΣ

Αυτός που καταστρέφει , αναστέλλει ή εμποδίζει τη ζωή .

ΑΒΛΕΜΟΝΑΣ

Η άμετρη ποσότητα .. ( "Τρώει / πίνει τον αβλέμονα " ..για άνθρωπο εξαιρετικά λαίμαργο , αδηφάγο .. )

ΑΒΛΕΠΤΗΜΑ

Λάθος οφειλόμενο σε αβλεψία , παραδρομή , απροσεξία ..

ΑΒΡΙΘΗΣ

Σημαίνει : O άνευ βάρους .... αυτός που δεν έχει βάρος ...

ΑΒΡΟΔΙΑΙΤΟΣ

Αβροδίαιτος : αυτός που ζει με όλες τις ανέσεις,ο τρυφηλός, ο μαλθακός .

ΑΒΡΟΤΗΤΑ

Σημαίνει : Τρυφερότητα, ευγενική συμπεριφορά, λεπτότητα στους τρόπους . Όπως στην Βουλή των Ελλήνων ....

ΑΒΡΟΧΟΙΣ ΠΟΣΙ

Χωρίς να βραχούν τα πόδια δηλαδή χωρίς κόπο , χωρίς ταλαιπωρία .

ΑΒΥΣΣΑΛΕΟΣ

Αυτός που είναι βαθύς σαν την άβυσσο ( βαθύς , αγεφύρωτος .. έντονος ) .

ΑΓΑΛΛΩ

Σημαίνει : Κάνω κάποιον ένδοξο , τον τιμώ ...

ΑΓΑΝ

Σημαίνει : Υπερβολικά, υπέρμετρα , πάρα πολύ , βλέπε και "μηδέν άγαν" = τα πάντα με μέτρο

ΑΓΑΝΟΣ

Αραιοϋφασμένος , αυτός που έχει αραιή πλέξη . Ο αραχνοΰφαντος .

ΑΓΑΝΤΑ

Αγάντα = πάσσαλος ή κρίκος προσδέσεως σκαφών .Στήριγμα για να κρατηθεί κανείς ή να μπορέσει να σπρώξει .Την λέξη τη χρησιμοποιούμε και σαν προσταγή : αγάντα ! ( βαστήξου ).

ΑΓΑΝΩΤΟΣ

Αυτός που δεν έχει επάλειψη κασσίτερου . Μεταφορικά ..αυτός που στερείται πνευματικής καλλιέργειας ή κοινωνικής αγωγής .

ΑΓΑΠΗΜΟΣ

Η αποκατάσταση φιλικών σχέσεων , η συμφιλίωση .

ΑΓΑΡΗΝΟΣ

Ο μουσουλμάνος ( κατά τους Βυζαντινούς ) ..Ο Τούρκος ( ως χαρακτηρισμός ) , ο σκληρός , βάρβαρος και βίαιος άνθρωπος ( μεταφορικά ) .

ΑΓΑΣΤΟΣ

Αγαστός = Θαυμαστός , άξιος θαυμασμού .

ΑΓΓΕΛΙΟΣΗΜΟ

Το ποσοστιαίο τέλος που επιβάλλεται με ειδικό ένσημο στο τίμημα κάθε διαφήμισης ή δημοσιεύματος που καταχωρίζεται " επί πληρωμή " στον ημερήσιο ή περιδικό τύπο , καθώς και σε κάθε διαφήμιση που γίνεται από το ραδιο-τηλεοπτικό δίκτυο ..

ΑΓΓΛΙΣΜΟΣ

Αγγλισμός = 1.Κάθε γλωσσική ιδιαιτερότητα της αγγλικής γλώσσας ( ιδιωματισμοί , εκφράσεις ..) . - 2.Κάθε λέξη , φράση ή γλωσσική δομή που εμφανίζεται ως δάνειο και λειτουργεί ως πρότυπο σχηματισμού ανάλογων γλωσσικών δομών σε άλλες γλώσσες .- 3. Γενικότερα η υιοθέτηση ή μίμηση τρόπων συμπεριφοράς , νοοτροπίας , συνηθειών,......

Περισσότερα

ΑΓΕΛΑΙΟΣ

Αγελαίος = Αυτός που ζει σε κοπάδι . Μεταφορικά αυτός που χαρακτηρίζεται από τη συμπεριφορά κοπαδιού , από αστάθεια και μαζικότητα.

ΑΓΕΛΗΔΟΝ

Αγεληδόν = Με τρόπο που θυμίζει ή χαρακτηρίζει αγέλη . Κατά μεγάλες ομάδες , μαζικά .

ΑΓΕΡΜΟΣ

Αγερμός = Η εθιμική επίσκεψη ομάδας ατόμων στα σπίτια μιας κοινότητας σε ορισμένες ημέρες , συνήθως γιορταστικές , για να πουν τραγούδια και να ευχηθούν υγεία και ευτυχία .

Plugin by:aAM
asxetos.gr
asxetoslogo