Μενού
Αρχική / Εγκυκλοπαίδεια / Παράδοση / Λαική Σοφία / Με γελάσανε – Σε γελάσανε

Με γελάσανε – Σε γελάσανε

Η λέξη γελάω (-ώ) σε μας σημαίνει ότι και στους αρχαίους, δηλαδή «μειδιώ». εν τούτοις, στη συνέχεια το ρήμα αυτό σημαίνει και απατώ. Αυτός, δηλαδή, που απατά, ευχαριστημένος από την πράξη του, που τη θεωρεί κατόρθωμα, γελάει, αντίληψη που θα είχαν και οι αρχαίοι, αφού διαβάζουμε κάπου στο Θέογνη: «Αλλήλους δ’ απατώσιν, εν αλλήλοισι γελώντες», δηλαδή «Εξαπατούν ο ένας τον άλλον, γελώντας ο ένας εις βάρος του άλλου».


Αφήστε μια απάντηση