Μενού
Αρχική / Άρθρα / Ελλας = Φως / Η συνθήκη του Μούδρου – (Ακμή και παρακμή του Ελληνισμού)

Η συνθήκη του Μούδρου – (Ακμή και παρακμή του Ελληνισμού)

Με αυτήν την ονομασία υπεγράφη την 31η Δεκεμβρίου 1918 μεταξύ των συμμάχων Δυτικών Δυνάμεων και της Τουρκίας η συνθήκη ανακωχής, ότι έληξε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Με την συνθήκη αυτή συμφωνήθηκε να καταπαύσουν οι εχθροπραξίες από την ίδια ημέρα μεταξύ των υπογραφόντων Δυνάμεων και της Τουρκίας, που ανέλαβαν την υποχρέωση να ανοίξουν τα στενά των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου προς την Μαύρη Θάλασσα, της παράδοσης του τουρκικού στρατού και των πολεμικών πλοίων στους Συμμάχους καθώς επίσης και τις διακοπές των σχέσεων της Τουρκίας προς τις κεντρικές Δυνάμεις κλπ. Βλέπε Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό ΗΛΙΟΥ.

Τις αρχές του 1919 καταλαμβάνουν οι Έλληνες κεντρικές θέσεις στην Ανατολική Θράκη, και στις 8 Φεβρουαρίου 1919 ο μετέπειτα γάλλος στρατηγός Francet d´ Esperey χαιρετίζεται ενθουσιωδώς από τους εντόπιους χριστιανούς- διαμέσου των οδών της Κωνσταντινούπολης, σχεδόν έτσι, όπως μπροστά από μισή χιλιετηρίδα ο Oθωμανός κατακτητής Μωάμεθ ο ΙΙ.

Γύρω στις αρχές του 1919 ο μητροπολίτης Χρύσανθος εκλήθη στο Παρίσι, όπως εργαστεί σε μία Επιτροπή με αντιπροσώπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την ευόδωση των πόθων του αλύτρωτου Ελληνισμού. Όλες οι ενέργειες που έγιναν από την Επιτροπή δεν απέκλειε κατά την Ισοπολιτεία σύμπραξη και Συνδιοίκηση του Πόντου με το ως τότε αποτυχών σχέδιο Αρμενίας υπό τον τύπο ομοσπονδίας. Στη συνέχεια αυτών των σχεδίων, όταν επέστρεψε ο Χρύσανθος στην Κωνσταντινούπολη, τον Σεπτέμβριο του 1919, δεν αρνήθηκε να διαπραγματευθεί με τους Τούρκους γνωστών του, του πρώην Βαλή της Τραπεζούντας Νετζμή βέη και άλλων για την ισοτιμία Ελλήνων και Μουσουλμάνων μίας αυτονομίας του Πόντου ή και όλης της ΤουρκίαςΣε αυτές τις συζητήσεις συμμετείχαν και ο πρώην πρωθυπουργός της Τουρκίας Ιζζέμ πασάς και ο Καρά Βασήφ βέης, αμφότεροι εκ των σπουδαιότερων συνεργατών του Μουσταφά Κεμάλ πασά.

Οι όροι της συνεννόησης έγιναν μετά από έγκριση του υπευθύνου χειριζόμενου τις τύχες του ελληνικού έθνους Ελευθερίου Βενιζέλου και προέβλεπαν:

Στην υπόλοιπη Τουρκία μετά την ειρήνη θα γίνει δεκτή η εντολή της κοινωνίας των εθνών, θα δοθεί ελευθερία της ανάπτυξης των εθνοτήτων, οι δίκες επί προσωπικών καταστάσεων θα υπάγονται στο οικείο δικαστήριο κάθε κοινότητας, τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια θα απαρτίζονται εξ ημισείας από μουσουλμάνους και Έλληνες, η εκλογή των βουλευτών θα γίνεται αναλογικά κλπ.

Oι Oθωμανοί αρχηγοί βρισκότανε από τις αρχές του 1919 σε δύσκολη κατάσταση και ήθελαν να κατορθώσουν τους καλλίτερους όρους ειρήνευσης και έπρεπε όμως να θέσουν τους εγκληματίες πολέμου στη δικαιοσύνη. Οι Νεότουρκοι όμως κυριαρχούσαν ακόμα στην πολιτική ζωή της Τουρκίας

Η συνθήκη του Νεϊγύ, που υπογράφεται την 27η Νοεμβρίου 1919 στο ομώνυμο βιομηχανικό προάστιο της γαλλικής πρωτεύουσας, στα βόρεια του Παρισιού, αναφέρει τον διακανονισμό ανάμεσα σ΄ όλους τους νικητές συμμάχους από τη μία μεριά και τους Βουλγάρους μόνο από τη μεριά των ηττημένων. Οι διαφορές της με τους Βουλγάρους, που ζητούν διέξοδο στο Αιγαίο, είναι πολύ σοβαρές την εποχή εκείνη από τις διαφορές με τους Τούρκους, που έτσι κι αλλιώς έχουν δική τους ολόκληρη την ανατολική ακτή του Αιγαίου.

Με την συνθήκη του Νεϊγύ, λοιπόν η Βουλγαρία παραιτείται των βλέψεων και συμφερόντων της σε ολόκληρη τη Θράκη, ανατολική και δυτική, για τη τύχη της οποίας αποφασίζουν οι νικητές και σύμμαχοι. Η Ελλάδα αποχτά την κυριότητα όλων των εδαφών της Θράκης που ανήκαν στους Βουλγάρους κι όπου υπήρχε ισχυρό βουλγαρικό στοιχείο ανάμεικτο με το ελληνικό και τουρκικό. Ενώ οι Βούλγαροι ησυχάζουν μετά την υπογραφή της συνθήκης του Νεϊγύ, οι Τούρκοι, που δεν έχουν υπογράψει προς το παρόν καμιά συνθήκη προσπαθούν να περισώσουν την Ανατολική Θράκη.

Αλλά ο Βενιζέλος παίρνει άδεια από τους συμμάχους και συντρίβει το κίνημα του συνταγματάρχη Τζαφέρ Ταγιάρ στη Θράκη, με έναν ταχύτατο ελιγμό του ελληνικού στρατού. Την ίδια εποχή καλείται ο Βενιζέλος από τους συμμάχους να τους στείλει βοήθεια να συντρίψουν τους μπολσεβίκους στη Ρωσία, όπου και εστάλη ένα εκστρατευτικό σώμα στην Κριμαία, έτσι συμβολικά, προκειμένου να πάρει άδεια από τους συμμάχους για να προελαύνουν οι Έλληνες και να καταλάβουν ολόκληρη την τουρκική Θράκη, πράγμα που γίνεται αμέσως. Και έτσι το ελληνικό κράτος επεκτείνεται μέχρι τις παρυφές της Κωνσταντινούπολης, η οποία παραμένει κάτω από την συμμαχική κατοχή.

΄Oμως, οι μοναδικοί σύμμαχοι, οι Άγγλοι, αντί για την Πόλη ή και τη στερέωση της Ανατολικής Θράκης, μάλλον και για να προστατεύσουν τις πετρελαιοπηγές της Μέσης Ανατολής, στρέφουν τους Έλληνες προς τη Σμύρνη και αφού αποβιβάζονται οι Έλληνες εκεί αρχίζουν και βαδίζουν στα εσωτερικά της Μ. Ασίας για να καταδιώξουν τους Τούρκους. Ήτανε εκείνη τη εποχή που οι Άγγλοι είχαν δυσκολίες στη Βαγδάτη.

΄Oταν το Δεκέμβριο του 1919 επανήλθε ο Χρύσανθος στην Τραπεζούντα, μετέβη στην Τιφλίδα, πρωτεύουσα της τότε ιδρυθείσης δημοκρατίας της Γεωργίας και μετά από εκεί στο Εριβάν, πρωτεύουσα της Αρμενικής Δημοκρατίας και μετά από μακρές διαπραγματεύσεις συνήψε την 10 / 16 Ιανουαρίου 1920 με την κυβέρνηση της Αρμενίας συμφωνίας περί Πόντο – Αρμενικής Ομοσπονδίας, την οποία επακολούθησε σύναψη στρατιωτικής συμφωνίας, ότι όταν τα ελληνικά .στρατεύματα θα αποβιβαζότανε στην Τραπεζούντα θα προέλαυναν μέχρι Ερζιντζάν και Ερζερούμ, όπως προστατεύσουν τους Έλληνες του Πόντου και αντιμετωπίσουν κάθε κίνδυνο, που θα προερχότανε από τα τουρκικά στρατεύματα τακτικών ή άτακτων, ενώ ο αρμενικός στρατός θα παρείχε τη συνδρομή του στα σύνορα του Καυκάσου και στο Ερζερούμ.

΄Oλα όμως αυτά ματαιώθηκαν από τη στάση των Μεγάλων Συμμάχων Δυνάμεων, μόνο και μόνο γιατί απέβλεπαν να κατορθώσουν και να διαπεράσουν τα δικά τους συμφέροντα. Ενώ είχαν καθηλώσει ολόκληρες μήνες σε ακινησία τον ελληνικό στρατό, που αποβιβάστηκε στην Σμύρνη 2/15/1919, παρέλυσαν κυριολεκτικά το έργο αυτού, κατά τη στιγμή μάλιστα που ο Μουσταφά Κεμάλ οργάνωνε τον στρατό του. Ενώ ο Βενιζέλος ήτανε φίλος των Γάλλων, άκουσε αυτήν την φορά τους Άγγλους και έπλεξε την Ελλάδα στην πιο μεγάλη περιπέτεια της νεότερης ιστορίας της, που δεν μπόρεσαν οι κληρονόμοι του να περισώσουν τίποτε, και μόνο και μόνο οδηγήθηκαν με τις απερισκεψίες αργότερα στην καταστροφή.

Εν τω μεταξύ ο αρμενικός στρατός, επιχείρησε να δράσει μόνος του και ενώ προέλαυνε προς το Ερζερούμ, συνετρίβη από τις υπερδυνάμεις της εκεί εδρεύουσας στρατιάς του Κιαζίμ Καρά Μπεκίρ πασά κατά τις μάχες που διεξήχθησαν από τον Ιούνιο μέχρι του Νοεμβρίου 1920.

Αφού εγκαταλείφθηκαν μόνοι τους οι Αρμένιοι αναγκάστηκαν την νύχτα 2/3 Δεκεμβρίου να υπογράψουν με την κυβέρνηση του μουσταφά Κεμάλ την συνθήκη του Γκιουμρού, την πρώτη αυτή συναφθείσα διεθνή πράξη, κατά την οποία η Αρμενική Δημοκρατία του Καυκάσου υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στους Τούρκους τις περιοχές Καρς και του Αρδαχάν, που είχαν κατακτηθεί από την Ρωσία κατά τις επιχειρήσεις του πολέμου του 1877/1878.

Ενώ συνέβαιναν όλα αυτά και άλλα χειρότερα φαινότανε στον ορίζοντα, όπου ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής Ουίλσον είχε αποστείλει ήδη από την 2. Αυγούστου 1919 μία Επιτροπή στον Καύκασο και την Τουρκία για να μελετήσει την κατάσταση και να αναλάβει η Αμερική την εντολή για την Αρμενία και τον Πόντο. Η Επιτροπή περιόδευσε στον Καύκασο, τον Πόντο και άλλες ανατολικές περιοχές της Τουρκίας και μετά μετέβη στη Σεβάστεια, όπου συνομίλησε με τον Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος σε ειδική έκθεση λέει, ότι ανάπτυξε στον Πρόεδρο της Επιτροπής στρατηγό Τζαίιμς Χάρμπορντ τους σκοπούς και την οργάνωση του κινήματός του.

Σχεδόν συγχρόνως οι Άγγλοι απέσυραν τότε τα στρατεύματά τους από το Μερζιρούν του Πόντου και μετά από ολίγον εκκένωσαν και την Σαμψούντα και εξεδήλωσαν φιλία προς τον Μουσταφά Κεμάλ. Συνέπεια αυτής της εξέλιξης της κατάστασης στη Μικρά Ασία ήταν οι απηνείς διωγμοί των ελληνικών πληθυσμών στις πόλεις του Πόντου και ο αγώνας εξοντώσεως αυτών που κατέφυγαν στα όρη του Πόντου . Βλέπε: τόμος 16., Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου.

Αρχές Φεβρουαρίου του 1919 παρουσίασε ο Βενιζέλος στη συνεδρίαση τις ελληνικές αξιώσεις για εδάφη της Βορείου Ηπείρου, Δυτικής και Ανατολικής Θράκης καθώς επίσης και τη Σμύρνη και την ενδοχώρα και είχε θετική απήχηση των Δυτικών συμμάχων. Οι Αμερικανοί αντέδρασαν στις αξιώσεις του Βενιζέλου με επιφυλακτικότητα. Στις υπερβολικές όμως αξιώσεις των Ιταλών, ήτανε ισχυρά αντίθετος ο Lloyd George Wilson. Oι Ιταλοί που φοβήθηκαν, ότι θα φύγουν με άδεια χέρια από την συνεδρίαση, αντέδρασαν και άρχισαν με την δημιουργία faits accomplis. Εν των μεταξύ όμως τα γεγονότα ήτανε σε πλήρη εξέλιξη και γρηγορότερα από τις εργασίες των Επιτροπών. Τον Μάρτιο ερχότανε οι πληροφορίες για διαδηλώσεις τουρκικών πληθυσμών της Μ. Ασίας εναντίον των χριστιανών. Οι πληροφορίες ανακοινώθηκαν στο Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων. Ο Βενιζέλος ζήτησε τώρα να επιτραπεί στην Ελλάδα να στείλει στρατό στην Μ. Ασία προς πρόληψη των απειλουμένων ωμοτήτων. Το Συμβούλιο απουσίας της Ιταλίας και σε άγνοια των τεχνικών Συμβούλων του προέδρου Ουίλσων αποφάσισε την 23η Απριλίου να δεχθεί προτάσεις του Βενιζέλου.

Από τις αρχές Μαρτίου 1919 όμως οι Ιταλοί άρχισαν να αποβιβάζουν μικρές ιταλικές μονάδες στην τουρκική δυτική ακτή. Στις 29. Μαρτίου 1919 ακολούθησε μία αποβίβαση σε μεγάλο στιλ στην Αττάλεια. Αρχές Απριλίου κατέλαβαν οι Ιταλοί περαιτέρω λιμάνια στην τουρκική δυτική ακτή και άρχισαν να συγκεντρώνουν ναυτικά στρατεύματα κοντά στη Σμύρνη. O Βενιζέλος παρακολουθούσε τις δράσεις των Ιταλών με ανησυχία και φοβότανε για την αποτυχία των στόχων του . Τα μέσα Απριλίου εμφανίστηκε κατευθείαν φιλονικία ανάμεσα στον Wilson και την ιταλική αποστολή εξαιτίας του Fiume. ΄Oταν ο Wil­son την 24. Απριλίου καταδίκασε ανοιχτά την ιταλική στάση, απεχώρησε διαμαρτυρόμενη η ιταλική αποστολή και την 29. Απριλίου αποβιβάστηκε ένας μεγάλος αριθμός στρατευμάτων κοντά στην Αττάλεια και άρχισαν να βαδίζουν προς την Κόνυα. Siehe Richter. Γιατί όμως επέμενε η Ιταλία, είναι ότι στις 4/17 Απριλίου 1917 ανεγνώρισε η Αγγλία και η Γαλλία με την σύμβαση του Αγίου Ιωάννου της Μωριέννης στην Ιταλία την κατάκτηση της Σμύρνης και ολόκληρου της παραλίας προς την Αττάλεια, απέναντι από τη Ρόδο. Συγχρόνως με την Ιταλία, και η Ρωσία έλαβε την υπόσχεση των συμμάχων περί Κωνσταντινούπολης και φαίνεται να ήτανε σύμφωνη να ενισχύσει με 150.000 άνδρες το αποβατικό σώμα επί της χερσονήσου της Καλλίπολης. Επομένως η βοήθεια της Ελλάδας δεν φαινότανε αναγκαία.

Από την 16)29 Ιουλίου 1919 υπήρχε μυστική συμφωνία μεταξύ Βενιζέλου και Τιττόνι, όπου η Ιταλία είχε υποσχεθεί να υποστηρίξει τις ελληνικές διεκδικήσεις στο μέτρο που και οι δικές της διεκδικήσεις γίνονταν πραγματικότητα. Η Ελλάδα, αν γινότανε η ικανοποίηση στη Βόρεια Ήπειρο και Θράκη, παραιτούνταν από μέρος της Μ. Ασίας διεκδικήσεών της από το σημείο Β. της Νέας Εφέσου (Σκάλα Νόβα) μέχρι του κόλπου της Ατταλείας. Η Ιταλία θα παραχωρούσε στην Ελλάδα την Δωδεκάνησο πλην της Ρόδου. Δηλαδή η Ελλάδα εγκατέλειπε το ήμισυ των διεκδικήσεών της για να λάβει την Β. Ήπειρο.

Ο φθόνος, η κρίση οι αλληλοδιαμάχες στην Ελλάδα που άρχισαν από το 1915, αν πρέπει να μπούμε στον πόλεμο και με ποια πλευρά και κράτησαν ως τον Ιούνιο του 1917 που τότε αμέσως εισήλθε η κυβέρνηση του Βενιζέλου στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων και μετά βέβαια την υπόσχεση των συμμάχων για την παραχώρηση εδαφών προς την Ιταλία και την Ρωσία, που θα έπαιρνε την Κωνσταντινούπολη. Oι αλληλοδιαμάχες και ο εθνικός διχασμός είχαν το κορύφωμά τους μετά τις εκλογές του 1920 και την επιστροφή του βασιλιά.

Κατά τις προκαταρκτικές συνεννοήσεις όμως που είχανε διεξαχθεί το 1915, όταν είχαν γίνει οι γνωστές υποσχέσεις στην Ελλάδα, είχε γίνει λόγος, προκειμένου περί Ιταλίας για την περιοχή Αττάλειας και όχι περί Σμύρνης. Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου, Αθήνα. επίσης βλέπε, Siehe Richter.

΄Oπως αναφέρει ο Marios Ploritis: Die Monarchie in Griechenland, S. 81f, in: Jean Paul Satre: Griechenland – Der Weg in den Faschismus, Frankfurt/M. 1970, εξαιτίας του θεοκρατικού μοντέλου απέλυσε ο Κωνσταντίνος δύο φορές τον Βενιζέλο μέσα σε οχτώ μήνες, τον Μάρτιο και τον Σεπτέμβριο 1915, και κυβερνούσε με πρωθυπουργούς που επέλεγε ο ίδιος. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσε χωρίς εμπόδια να συνεχίζει την πολιτική της υποταγής κάτω από τις γερμανικές επιθυμίες.

Τον Απρίλιο και τον Οκτώβριο του 1915 προσέφεραν οι Σύμμαχοι για την ελληνική πολεμική εισδοχή την Σμύρνη και την ενδοχώρα και την Κύπρο, ο βασιλιάς το αρνήθηκε. Ακόμα περισσότερο, το 1916 παρεχώρησε την Ανατολική Μακεδονία στους Βουλγάρους και παρέδωσε στους Γερμανούς το συνολικό 4. σώμα στρατού, που χωρίς αντίσταση μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτζ Η βασιλική πολιτική ξεσήκωσε ένα στρατιωτικό κίνημα. O Βενιζέλος σχημάτισε στην Θεσσαλονίκη μία δική του κυβέρνηση, και στον αποχωρούντα βασιλιά Κωνσταντίνο, το 1917 ανέλαβε τον θρόνο ο γιος του Αλέξανδρος. Αλλά από αυτήν την στιγμή είχε διασπαστεί ο συνολικός ελληνικός λαός σε δύο κομμάτια, τους Βενιζελικούς και τους Βασιλικούς.

Ακόμα και στην εξορία του ο βασιλιάς υπηρετούσε τους Γερμανούς. ΄Oτα το 1918 ο ελληνικός στρατός κατόρθωνε σημαντικές νίκες, για τους συμμάχους, διάνεμαν οι βασιλόφρονες, με τη βοήθεια γερμανικών υποβρυχίων, φυλλάδια εναντίον της κυβέρνησης του Βενιζέλου και την επιστράτευση, άλλες γραπτές παροτρύνσεις αξίωναν από τους στρατιώτες σε στασίαση. Στο 1. και 2. σώμα στρατού είχε δοθεί η διαταγή να ενωθούν με τους Βουλγάρους και με αυτούς να επιτεθούν εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων. Παρότι υπήρχαν οι βασιλικοί εξορκισμοί προωθήθηκαν τα ελληνικά στρατεύματα το 1918-1919 ως την Κωνσταντινούπολη και την Μ. Ασία . σύγκρινε βιβλίο Σάρτρε.

O Ραφαηλίδης, αναφέρει γύρω από αυτήν την εποχή τα εξής, ενώ συνεχιζότανε η συζήτηση για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να βγει στον πόλεμο η Ελλάδα στον πλευρό των Συμμάχων και η μία κυβέρνηση διαδεχότανε την άλλη, προκηρύσσονται εκλογές για την 31η Μαϊου 1915, που έχουν χαρακτήρα δημοψηφίσματος. Τις εκλογές τις κερδίζει ο Βενιζέλος. Ακριβώς εκείνον τον καιρό η Βουλγαρία κηρύσσει γενική επιστράτευση προκειμένου να βγει στον πόλεμο δίπλα στη Γερμανία και Αυστρο-Ουγγαρία. O Βενιζέλος έχει και το πρόσθετο επιχείρημα πως και η Τουρκία, είχε εκδηλωθεί ήδη υπέρ της Γερμανίας. Επειδή, η Βουλγαρία κήρυξε επιστράτευση, επιστράτευση κηρύσσει και ο Βενιζέλος. Και ενώ ο βασιλιάς θεωρεί σκόπιμο να διευκρινίσει πως η επιστράτευση έχει αμυντικό χαρακτήρα και ο μεν Βενιζέλος την θεωρεί ως αναγκαία προετοιμασία για τον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων. Αυτή η διαφωνία Βενιζέλου – βασιλιά έχει σαν συνέπεια την παραίτηση του Βενιζέλου, και την ανάθεση του σχηματισμού της κυβέρνησης στον Αλ. Ζαϊμη , που τον ισχυροποιεί με στελέχη πρώτης γραμμής: Δ. Ράλλης, Γ. Θεοτόκης, Δ. Γούναρης και Π. Κουντουριώτης.

΄Oμως η κυβέρνηση υποχρεούται σε παραίτηση γιατί η Βουλή παραμένει βενιζελική. . Τον Ζαϊμη διαδέχεται ο Στ. Σκουλούδης, που θεωρεί σκόπιμο να αντικρούσει τις απειλές των Συμμάχων, που αρχίζουν πια να μιλούν καθαρά για τις συνέπειες που θα έχει για την Ελλάδα η μη έξοδος της στον πόλεμο. Αλλά Βενιζέλος και σύμμαχοι είναι αποφασισμένοι να βγάλουν οπωσδήποτε την Ελλάδα στον πόλεμο. Και επειδή τα πράγματα έχουν στριμώξει και πάλι, ο βασιλιάς προκηρύσσει νέες εκλογές για τον Δεκέμβριο του 1915, με την ελπίδα πως αυτή τη φορά δεν θα εκλεγεί ο Βενιζέλος. Αυτή τη φορά ο Βενιζέλος δεν παίρνει μέρος στις εκλογές και αμφισβητεί το δικαίωμα του βασιλιά να κάνει δύο φορές εκλογές μέσα στον ίδιο χρόνο, ξεχνώντας πως λίγα μόλις χρόνια πριν ο βασιλιάς έκαμνε εκλογές και όπως τις ήθελε ο Βενιζέλος, προκειμένου να ισχυροποιηθεί στην εξουσία. Και ενώ τώρα όλα έδειχναν πως η Ελλάδα δεν θα πάει στον πόλεμο, έρχεται ο πόλεμος στην Ελλάδα. O συμμαχικός στρατός αποβιβάζεται στη Θεσσαλονίκη χωρίς να ρωτήσει κανέναν, διότι κρίνεται σκόπιμο από στρατηγικής απόψεως να ανοιχτεί και άλλο μέτωπο μετά το Δυτικό, το λεγόμενο Μακεδονικό. Κατόπιν τούτου οι Γερμανοί και οι σύμμαχοί τους Βούλγαροι εισβάλλουν στην Ανατολική Μακεδονία τον Μάιο του 1916 και καταλαμβάνουν τα οχυρά Ρούπελ. O Σκουλούδης αρνείται να στείλει στο μέτωπο Έλληνες να διώξουν τους Γερμανοβούλγαρους με το επιχείρημα, αφού υπάρχουν ήδη στην Μακεδονία συμμαχικά στρατεύματα, δεν ήθελε να σπάσει την ουδετερότητα με τους Γερμανούς, γιατί θα εγκαταστήσουν εκεί τους Βουλγάρους, αν νικήσουν. Oι σύμμαχοι όμως ήτανε με τον Βενιζέλο αποφασισμένοι να βγάλουν την Ελλάδα στον πόλεμο. O στρατηγός Σεράγι ισχυρίζεται πως επίκειται επίθεση των Ελλήνων στα νώτα του συμμαχικού στρατού που μάχεται στο Μακεδονικό Μέτωπο και αξιώνει αφοπλισμό του ελληνικού στρατού, διάλυση της βουλής, προκήρυξη νέων εκλογών, και αντικατάσταση των ανωτάτων αξιωματικών της αστυνομίας Η διαδοχική ανάληψη των καθηκόντων και η επέμβαση στα εσωτερικά της χώρας μας οδηγεί στην συμμετοχή του πολέμου, διότι ο Βενιζέλος θεωρεί, πως αν η Ελλάδα μείνει ουδέτερη, αποκλείεται να πάρει μέρος στη μοιρασιά της λείας μετά το τέλος του πολέμου εφόσον, βέβαια, νικήσει η μεριά με την οποία τάχθηκε.

Το επικίνδυνο παιχνίδι των εικασιών ήτανε πως αν χάσουν οι Σύμμαχοι, θα χαθεί η Μακεδονία, αν κερδίσουν οι Σύμμαχοι, θα έχει κερδιθεί η Σμύρνη.

O Μασούρας αναφέρει, πώς η ρήξη του Θρόνου – Βενιζέλου ήταν καθαρή απαίτηση της ΑΝΤΑΝΤ για την εξυπηρέτηση δικών της συμφερόντων και όχι αποτέλεσμα εσωτερικής διαπάλης εξαιτίας απολυταρχικών κινήσεων του βασιλιά και αντικοινοβουλευτικών ενεργειών. Η αποτυχία των Αγγλογάλλων στο Τουρκικό Μέτωπο καθιστούσε επιτακτική τη συμμετοχή της Ελλάδος στον πόλεμο, έπρεπε όμως ο Βενιζέλος να γνωρίζει ότι τα ιταλικά συμφέροντα δεν επέτρεπαν πλέον άλλη επέκταση της Ελλάδος. Αναφέρει περαιτέρω, ότι μετά το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου οι συμφωνίες επεκτάσεως της Ελλάδος σε βάρος της Τουρκίας υπήρξαν μόνο θεωρητικές και άνευ συγκεκριμένων απαιτητικών όρων, δεν ορίστηκαν οι Δυνάμεις οι οποίες θα επιτηρούσαν και θα επέβαλαν τους όρους των συμφωνιών. Είναι γνωστό ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν προέβησαν στον αφοπλισμό του τουρκικού στρατού από τα τεράστια γερμανικά αποθέματα πολεμικού υλικού τα οποία διέθετε ούτε απαίτησαν εφαρμογή των συμφωνιών αλλά άφησαν την Ελλάδα μόνη τηςβλέπε: Γεώργιος Μασούρας: Η στρατιωτική παράδοση της αρχαίας Ελλάδος και το στρατιωτικό ζήτημα του Νεοελληνικού κράτους, Κυπαρισσία 2000.

΄Oταν αρνήθηκε η κυβέρνηση Λάμπρου να παραδοθεί στην κυβέρνηση Βενιζέλου, τα συμμαχικά στρατεύματα υπό τον Φουριέ εισβάλλουν στην Αθήνα και οχυρώνονται στα υψώματα Λυκαβηττός, λόφος Στρέφη, λόφος Φιλοπάππου, Αρδηττός και λοιπά οχυρά σημεία των Αθηνών. Επειδή δεν ήθελαν να πολεμήσουν στο πλευρό των συμμάχων. Oι ελληνικές δυνάμεις των Αθηνών καταλαμβάνουν οχυρές θέσεις και όλα είναι πανέτοιμα για τη μάχη των Αθηνών, που αρχίζει την 18η Νοεμβρίου 1916. Oι σύμμαχοι οχυρώθηκαν στο Ζάππειο, από όπου ο ελληνικός στρατός τους βγάζει περίπου εφ΄ όπλου λόγχη. Στρατιώτες νεκροί 40 των Αθηνών και 40 περίπου στρατιώτες νεκροί των Συμμάχων. Μάχες διεξάγονται και σε άλλα μέρη της Ελλάδος μεταξύ βενιζελικών και βασιλικών., που ονομάστηκε αυτή η κατάσταση εθνικός διχασμός. Βλέπε: Β. Ραφαηλίδης,.

O Βενιζέλος όμως είχε πάει στη Θεσσαλονίκη την 13η Σεπτεμβρίου 1916, όπου είχε εκδηλωθεί επαναστατικό κίνημα για τη βοήθεια των Συμμάχων την 17η Αυγούστου 1916 και σχηματίζει προσωρινή κυβέρνηση μαζί με τον ναύαρχο Κουντουριώτη και τον στρατηγό Δαγκλή και από τότε το ελληνικό κράτος αποτελείται από δύο. Η πρώτη τους δουλειά ήτανε η κήρυξη του πολέμου κατά της Βουλγαρίας, της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας ταυτόχρονα. Την 14η Ιουνίου 1917 ο Βενιζέλος, που έρχεται στην Αθήνα, αναλαμβάνει την διακυβέρνηση της ενιαίας και πάλιν Ελλάδος. Βλέπε: Βασίλης Ραφαηλίδης, Ιστορία του Νεοελληνικού Κράτους, Αθήνα 1993.

Ποια είναι τα αίτια και ποια συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε εμείς οι Νεοέλληνες για τις επικίνδυνες αλληλοδιαμάχες και τον ακατανόητο εθνικό διχασμό της εποχής 1912-1917 και για την μετέπειτα μικρασιατική καταστροφή;

Οι μεγάλες δυνάμεις μετά το 1917 είχαν αποφασίσει για τις ζώνες επιρροής στα Βαλκάνια, οπότε τα συμφέροντά τους δεν ευνοούσαν περαιτέρω εξάπλωση της Ελλάδος προς Ανατολάς, ούτε διάλυση του τουρκικού κράτους και γι αυτόν ακριβώς τον λόγο άφηναν ανοιχτό το ζήτημα των εδαφικών ζητημάτων μεταξύ της Ελλάδος και Τουρκίας ενώ η ανακατανομή των εδαφών της κεντρικής Ευρώπης είχε λυθεί αμέσως με την υπογραφή των συμφωνιών το 1918 και 1919., βλέπε: Μασούρας,.

΄Oμως η εκλογική ήττα του Βενιζέλου το 1920 έφερε τον Κωνσταντίνο πίσω στον θρόνο , όπου επήλθε η βαριά ήττα των ελληνικών στρατευμάτων στην Μ. Ασία το αποτέλεσμα του ξεριζωμού σε πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες. Βλέπε: Jean Paul Sartre.

O Lloyd George σε συνομιλία με τον Βενιζέλο πρότεινε στην αρχική φάση την αποστολή συμμαχικών στρατευμάτων στη Σμύρνη για να αποκόψουν την περαιτέρω ιταλική faits accomplis, των τετελεσμένων γεγονότων. Σε αυτήν τη φάση ήτανε και οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί αναποφάσιστοι. ΄Oταν όμως τις αρχές Μαϊου έφτασαν στο Παρίσι οι ειδήσεις για τις νεώτερες δράσεις των Ιταλών απεφάσισαν οι Lloyd George, Clemenseau και Wilson να μεταφέρουν μονάδες ναυτικού στη Σμύρνη. Την 6 Μαϊου πληροφορήθηκαν οι τρεις μεγάλοι Σύμμαχοι για την προέλαση των Ιταλών στην πόλη Κόνυα. O Lloyd George πρότεινε την άμεση αποστολή συμμαχικών στρατευμάτων στην Σμύρνη.

O Clemenceau απορρίπτει και ο Wilson απάντησε, δεν μπορεί να στείλει στρατεύματα στην Τουρκία, γιατί οι ΗΠΑ δεν βρίσκονται με την Τουρκία σε πολεμική κατάσταση O Lloyd George πρότεινε να εξουσιοδοτήσουμε τους Έλληνες, να ετοιμάσουν στρατεύματα στα πλοία για να τα αποστείλουν για αποβίβαση και για άμεση κατοχή της Σμύρνης. O Wilson ρώτησε, αν υπάρχουν αντιρρήσεις, αν επιτρέψουμε στους Έλληνες, αμέσως να καταλάβουν τη Σμύρνη. O Clemenseau δεν είχε τίποτε εναντίον. O Lloyd George ενημέρωσε δύο ώρες αργότερα την απόφαση των τριών Μεγάλων στον Βενιζέλο και του διαβεβαίωσε με έμφαση, ότι η αποβίβαση δεν παρουσιάζει μόνο αστυνομική δράση των συμμάχων, αλλά το συνέδριο έχει σκοπό σταθερά, την Σμύρνη να την παραχωρήσει στην Ελλάδα, βλέπε: Richter,..

Στις 15.Μαίου 1919 ξεκίνησε ο Μουσταφά Κεμάλ με το βαπόρι „Bandirma“ από την Κωνσταντινούπολη για την Σαμψούντα, το λιμάνι της μαύρης θάλασσας, που ήτανε κατειλημμένο από τους Βρετανούς.

Την ίδια ημέρα, 15 Μαϊου 1919 έγινε η αποβίβαση των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων στο λιμάνι της Σμύρνης με την παρότρυνση και συγκατάθεση των τριών Μεγάλων Δυνάμεων, ιδιαίτερα του πρωθυπουργού της Αγγλίας David Lloyd George, χωρίς βέβαια να τους προκαθορίσουν την περιοχή και την κατοχή της Σμύρνης. Η κατάληψη της Σμύρνης από τον ελληνικό στρατό συντελέστηκε μέσα σε ατμόσφαιρα φρενιτιωδών εκδηλώσεων ενθουσιασμού του ελληνικού πληθυσμού της πόλης. Το διάγγελμα του μητροπολίτη της Σμύρνης Χρυσοστόμου, η άφιξη την 22. Μάιου 1919 του Έλληνα ύπατου Αρμοστή και τα συμβάντα επεισόδια των Ελλήνων στην Σμύρνη και η αρνητική διασυμμαχική έκθεση σε βάρος της Ελλάδας, ήτανε αφορμή, έτσι ώστε από τον Μάιο ως τον Οκτώβριο είχε αρχίσει σφοδρά διπλωματική πολεμική των εχθρικά διακειμένων Δυνάμεων και κυρίως της Ιταλίας εναντίον του Βενιζέλου. Ως διπλωματική δικαιολογία της απόβασης, ιδιαίτερα απέναντι στους Ιταλούς είχε φέρει ο Βενιζέλος την 12. Απριλίου το επιχείρημα, ότι παραβιάστηκε η συμφωνία ανακωχής του Μούδρου, που αναφέραμε παραπάνω.

Η κατοχή της Σμύρνης, πρέπει να είχε επιδράσει αρνητικά για την αλλαγή της τοποθέτησης των Τούρκων, απέναντι στις συμμαχικές δυνάμεις και την τελειωτική καταδίκη των ονείρων των Αρμενίων. Διότι οι Έλληνες δεν κυρίευσαν μόνο, την σπουδαιότερη εμπορική πόλη, αλλά πορεύτηκαν στα εσωτερικά της Ανατολίας και απείλησαν με αυτό τον τρόπο το τελευταίο καταφύγιο των Τούρκων.

Σε αυτό το χρονικό διάστημα γνωστοποιήθηκαν τον Μάιο και οι πρώτες καταδικαστικές αποφάσεις από τη δίκη της Κωνσταντινούπολης. Η μεγάλη διαδήλωση 200.000 Τούρκων έλαβε χώρα στο Sultan Achmed Moschee στην Κωνσταντινούπολη, που ζητούσαν να εκδικηθούν τους Έλληνες με ένοπλη αντίσταση. ΄Oλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα το ξύπνημα του τουρκικού εθνικισμού, που τα μέσα Ιουνίου 1919 στην Πέργαμο ομάδες τούρκων παρτιζάνων ήρθαν σε σύγκρουση με τα ελληνικά στρατεύματα, βοηθούμενοι μυστικά από τους Ιταλούς, που είχαν καταλάβει σε απόσταση 60 χιλ. από την Σμύρνη την Σκάλα Νόβα, δυτικά της Εφέσου και δεν επέτρεπαν τους Έλληνες να καταδιώξουν τους παρτιζάνους.

Παρουσιάστηκαν δηλαδή και επίσης διενέξεις μεταξύ Ελλάδος και συμμάχων στο Παρίσι περί του καθορισμού των συνόρων της ελληνικής ζώνης και περί της ιδέας αντικατάστασης του ελληνικού στρατού δια διασυμμαχικού ή του περιορισμού αυτού μόνο στο εσωτερικό της πόλης. Ενώ ο τουρκικός στρατός είχε στραφεί με μανία προς τη Σμύρνη (1919-1922) οι Βρετανοί, αφού προέλαβαν άνετα από το Ιράκ έφτασαν ως τη Μοσούλη, όπου ήτανε ως τότε οι πλουσιότερες πετρελαιοπηγές και την κατέλαβαν το 1922. Και όμως εδώ έχουμε να κάνουμε ένα σωρό ερωτήματα, αν δηλαδή ήτανε συμπτωματική αυτή η διαδοχή των γεγονότων; Δηλαδή εκρίζωση του Ελληνισμού από τη δυτική ακτή της Μ. Ασίας και η κερδοφόρα εγκατάσταση των Άγγλών στην ανατολική πλευρά; Μήπως ακόμα η ενθάρρυνση του ελληνικού εθνικισμού πέρα από το όριο της ευστάθειας και η αποστολή των Ελλήνων στη Σμύρνη (1919) κατευθυνότανε συνειδητά στο να προσφέρει δόλωμα ελκυστικό στον τουρκικό εθνικισμό για να στραφεί προς τα εδώ, ώστε η Ελλάδα ως εμπορική και ναυτική δύναμη, ανταγωνιστική στην Ανατολική Μεσόγειο να ακρωτηριαστεί και που τελικά έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 1922, αλλά και να διευκολυνθεί η προέλαση των Βρετανών προς τα πετρέλαια της Μοσούλης, ο στόχος αυτός που πραγματοποιήθηκε ένα μήνα αργότερα.

Στη συνδιάσκεψη της Βουλώνης η Ελλάδα εξουσιοδοτήθηκε να κινήσει τον στρατό της έξω από τη ζώνη της Σμύρνης, εντός της οποίας κρατιόνταν μέχρι τότε και να επιτεθεί κατά των Κεμαλικών.

Αλλά την στιγμή εκείνη 9/22 Ιουλίου 1920 η Ιταλία κατήγγειλε τη συμφωνία Τιττόνι / Βενιζέλου, επικαλούμενη το 7ο άρθρο, το οποίο έδιδε σε αυτήν το δικαίωμα αυτό, διότι δεν είχε επιτύχει την ικανοποίηση των διεκδικήσεών της στη Μικρά Ασία. Η Ιταλία άρχισε μετά την κατάληψη της Σμύρνης διπλωματική πολεμική μαζί με των εχθρικών διακείμενων Δυνάμεων, κατά του Βενιζέλου σε αυτό συνέβαλε η έκθεση της διασυμμαχικής επιτροπής, από την 1)14 Οκτωβρίου 1919. Παρόλα όμως αυτά την 28/10 Αυγούστου 1920 υπεγράφη η συνθήκη των Σεβρών, της οποίας τα άρθρα 65/83 αφορούν την Σμύρνη και την ενδοχώρα της.

Την 18)31 Αυγούστου 1920 η Ελλάδα εγκαταστάθηκε στο Ουσάκ, στις αρχαίες Τημένου Θύρας, την Φλαβιόπολη των Βυζαντινών, 287 χιλιόμετρα από τη Σμύρνη και επί της σιδηροδρομικής γραμμής από Σμύρνη προς Αφιόν Καραχισάρ, επιμένουσα, όπως επιβάλλει την συνθήκη στον Κεμάλ.

Η Γαλλία ήρθε την 5)18 Σεπτεμβρίου σε συμφωνία με την κυβέρνηση της Αγκύρας και έδιδε διαταγή για την εκκένωση της Κιλικίας από τα γαλλικά στρατεύματα. Αμέσως άρχισαν να φεύγουν οι Αρμένιοι για να γλιτώσουν από την εκδίκηση των Τούρκων Δύο μέρες μετά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών διεπράχθη απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στο σταθμό της Λυών στο Παρίσι από ανθρώπους που ανήκαν στην αντίθετη πολιτική παράταξη.

Την 25 Αυγούστου 1920 στην σπουδαιότερη και επικινδυνότερη καμπύλη του πολέμου, πρότεινε ο Βενιζέλος εκλογές προς ανάδειξη της Εθνικής Συνέλευσης, ώστε να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα. Την 10ην Σεπτεμβρίου διαλύθηκε η Βουλή και την 25 Οκτωβρίου 1920 έγιναν οι εκλογές, και ενώ συνεχίζονταν οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού στην περιοχή της Σμύρνης και ήτανε απαραίτητη μία υπερεθνική συμπαράσταση και κυβέρνηση κοινής αποδοχής, αφού διαφαινόταν διαρκής και ατέρμονη διεύρυνση του μετώπου, έγιναν οι ακατανόητες στην Ελλάδα εκλογές. Oι Βενιζελικοί αναμένανε μεγάλη εκλογική νίκη, το αποτέλεσμα των εκλογών υπήρξε συντριπτικό για το Βενιζελικό κόμμα. 0ι αντίπαλοι του Βενιζέλου, αφού γνώριζαν, ότι ο λαός όσο και αν είχε μεθύσει από θριάμβους είχε αφάνταστα κουραστεί από τους συνεχείς πολέμους (1912-1920), έριξαν στον προεκλογικό αγώνα το σύνθημα «τέρμα στον πόλεμο, επιστροφή στα σπίτια». Κέρδισαν τις εκλογές και με ένα δημοψήφισμα με ύποπτο νόθο (98%) έφεραν πίσω το βασιλιά, αλλά τα δύο χρόνια που ακολούθησαν συνέχιζαν τις επιχειρήσεις με αυξανόμενη ένταση και απίστευτη στρατηγική και πολιτική επιπολαιότητα, προχωρούσαν προς το εσωτερικό της Μ. Ασίας για να βρούνε και να διαλύσουν τις δυνάμεις του Κεμάλ, αφού διέπραξαν ένα αδικαιολόγητο και επικίνδυνο λάθος με την προέλευση μέσα σε έδαφος εχθρικό και ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν από τις βάσεις ανεφοδιασμού. Και σε αυτή την πανωλεθρία των λαθών είχαν οι αντιβενιζελικές πια κυβερνήσεις την επίνευση και ενθάρρυνση, όχι όμως και τη συγκεκριμένη βοήθεια της φίλης και προστάτριας Αγγλίας.

Την παραμονή του ελληνικού δημοψηφίσματος υπέρ του βασιλέως Κωνσταντίνου δικαίως ή και αδίκως και πάλι προσπάθησαν να εισέλθουν ακόμα περισσότερο στις εσωτερικές μας υποθέσεις οι τρεις Δυτικοί Σύμμαχοι Δυνάμεις, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ιταλία, και απεύθυναν την ιστορική διακοίνωση με ημερομηνία την 3. Δεκεμβρίου 1920, που δήλωναν:

« η αποκατάστασις επί του θρόνου ηγεμόνος, ούτινος η ανειλικρινής στάσις και η διεξαγωγή έναντι των Συμμάχων κατά την διάρκειαν του πολέμου απέβησαν δι΄ αυτούς πηγή δυσχερειών και σοβαρών απωλειών, δεν ήτο δυνατόν να θεωρηθή υπ΄ αυτών άλλο τι παρά η υπό της Ελλάδος επικύρωσις των εχθρικών πράξεων του βασιλέως Κωνσταντίνου. Το γεγονός τούτο θα εδημιούργει νέαν κατάστασιν δεσμενή δια τας μεταξύ της Ελλάδος και των Συμμάχων σχέσεις, εν τη περιπτώσει δε ταύτη οι τρεις κυβερνήσεις δηλούσιν, ότι επιφυλάσσουν εις εαυτάς πλήρη ελευθερίαν ενεργείας προς διευθέτησιν της εν λόγω καταστάσεως».

Παρόλα που υπήρχε μία τέτοια αισθητά διαφαινόμενη προειδοποίηση των συμμαχικών δυνάμεων, το αποτέλεσμα ήτανε ένας μεγάλος θρίαμβος για τον βασιλιά Κωνσταντίνο και συγχρόνως με αυτό όμως από την άλλη πλευρά μία μεγάλη ήττα για τον ελληνικό λαό και μία ασύλληπτη συμφορά για την επερχόμενη μικρασιατική καταστροφή. Ο μεν βασιλιάς επανήλθε στην Αθήνα, ενώ στη Γαλλία ο Τύπος άρχιζε να ερεθίζει την γαλλική κοινή γνώμη κατά του βασιλέως Κωνσταντίνου και κατά της Ελλάδας ολοκλήρου. Ήτανε μία εκδήλωση ανεξήγητου φανατισμού υπέρ των Τούρκων και ο οποίος παρέσυρε τη γαλλική κυβέρνηση σε διπλωματικά λάθη και τα οποία στράφηκαν κατόπιν κατά των οικονομικών συμφερόντων, και για τα οποία νόμιζαν, ότι αγωνίζονται. Πηγή: Τόμος 13ος Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου

Στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσαμε να φανταστούμε την εποχή του 214 π.Χ., όταν ο τύραννος Ιερώνυμος μεταπήδησε από το φιλικό στρατόπεδο των Ρωμαίων στο αντίπαλο στρατόπεδο του Αννίβα των Καρχηδονίων και υπέστησαν μετά οι Συρακούσες την μεγάλη εκδικητική καταστροφή από τους Ρωμαίους. Βλέπε: Eva Gründel, Heinz Tomek: Sizilien, Dumont, Köln 1997.

O Κεμάλ παρακολουθούσε με ακρίβεια αυτήν την εξέλιξη και αποφάσισε να διασπάσει το μέτωπο των Δυνάμεων της συνθήκης των Σεβρών. Αρχές του 1921 πρόσφερε στην Ιταλία ενδιαφέρουσες οικονομικές παραχωρήσεις στην Νοτιοανατολική Ανατολία. Τον Μάρτιο του 1921 αποδέχεται η Ιταλία να αποσύρει τα τελευταία στρατεύματα και υπόσχεται να βοηθήσει και να υποστηρίξει διπλωματικά τον Κεμάλ για να ξανακερδίσει την Σμύρνη και τη Θράκη.

Μία χαρακτηριστική ημέρα για τον Ποντιακό. Ελληνισμό είναι η 19η Μαίου 1919

O Μουσταφά Κεμάλ πασάς, ένας εκτουρκισμένος « ντολμέ « εβραίος γεννημένος στη Θεσσαλονίκη και αξιωματικός του οθωμανικού στρατού, ξεκινάει για τον Πόντο, για την περαιτέρω αποσύνθεση του οθωμανικού στρατού και τον περιορισμό των βιαιοτήτων σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού, με την άδεια του Σουλτάνου και την επικύρωση των Άγγλων, εκεί όμως έδρασε αντίθετα από τους αρχικούς στόχους του και επιδόθηκε : για την καταστολή του ποντιακού κινήματος.

Την 19.Μαίου 1919, μπροστά από 83 χρόνια, πατά το πόδι του στην Σαμψούντα. Από την επαύριο της άφιξής του, οργα­νώνει τις τουρκικές συμμορίες με επικεφαλή το βαρκάρη Τοπάλ Οσμάν, ενάντια στο ποντιακό απελευθερωτικό κίνημα.

Η 19η Μαϊου 1919 είναι ημέρα ση­μαδιακή για τον ποντιακό ελληνι­σμό και θεωρείται ως απαρχή της μεγάλης γενοκτονίας των Ποντίων που ακολούθησε. Οι Πόντιοι μά­ταια είχαν ζητήσει την αποστολή ελληνικής μεραρχίας στον Πόντο. Ακόμα και η επικράτηση των Μπολσεβίκων ήτανε εξ ολοκλήρου καταστροφική για τον Ελληνισμό.

Οι εγκληματίες ως υποστηριχτές της Πολιτείας

Αμέσως μετά την ανακωχή τον Νοέμβριο του 1918 σχηματίστηκαν από τους Τούρκους παντού στη χώρα Σύλλογοι για την προφύλαξη των δικαιωμάτων, (Müdafa-i Hukuk), που όφειλαν να γίνουν φορείς του εθνικού αγώνα.

Σε λίγο φανερώθηκαν όμως, ότι είχαν ως στόχο την περιφρόνηση των μειονοτήτων. Ο κύριος στόχος των Συλλόγων ήτανε να καταπολεμήσει τους πα­ραμείναντες Έλληνες και να εμποδίσει τους Αρμενίους στην επιστροφή τους. Γι΄ αυτό τον λόγο δημιουργήθηκαν Σύλλογοι, εκεί, όπου υπήρχε μία «αρμενική ή ελ­ληνική απειλή». Ο πολύ ενωρίς δημιουργούμενος «Σύλλογος της προφύλαξης του εθνικού δικαιώ­ματος της Τραπεζούντας» έγραφε στο καταστατικό του ευδιάκριτα «την ένοπλη αντίσταση εναντίον των μειονοτήτων» ίσα, ίσα σε εκείνη την πόλη Τραπεζούντα, οι εγκληματίες της γενοκτονίας το 1915 άσπλαχνα δολοφόνησαν περισσότερο, από όπου αλλού.

Από τους πέντε Συλλόγους οι τρεις ήτανε προσανατολισμένοι εναντίον των Ελλήνων και οι δύο εναντίον των Αρμενίων. Σε αυτήν την προσπάθειά τους ακολούθη­σαν τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, που στο επίσημο έγγραφο παραίτησης άνοιξε «τον εθνικό αγώνα» με τον στόχο «να μην θυ­σιάσουν τη χώρα στις αρμενικές και ελληνικές σκευωρίες».

Αν και ο Κεμάλ Ατατούρκ έδινε την εντύπωση, ότι ήτανε αντίπαλος των Νεότουρκων, και όμως αυτό απευθυνότανε και ήτανε μόνο και μόνο απέναντι στους Γάλλους, Άγγλους και Αμερικάνους, που δεν θα μπορούσε κατά κανένα τρόπο να αντεπεξέλθει σε μία νέα πολεμική σύρραξη με αυτούς.siehe: Taner Akcam, Baskin Oran, W. Gust.

Στο εσωτερικό είχε την υποστή­ριξη των οπαδών των Νεότουρ­κων, όπου συμπεριέλαβε ο Ατατούρκ όλους τους δολοφόνους των Αρ­μενίων και των Ελλήνων σε βα­σικά και τιμητικά πολιτικά πόστα. Ο Ατατούρκ ήρθε γρήγορα σε επι­κοινωνία με τον διαφυγόντα στη Γερμανία αρχηγό των Νεότουρκων Ταλάατ, όπου εκείνος έθεσε στη διάθεση του Ατατούρκ το εσωτε­ρικό κατασκοπευτικό δίχτυο από πιστούς μελών του Ittihad, όπου και ο Μουσταφά τον ευχαρίστησε γραπτώς. Στην εξωτερική πολιτική καταπολεμούσε ο πατέρας του έθνους όλα τα προγράμματα, που είχανε ως στόχο την ανεξαρτησία της Αρμενίας και ήτανε μάλιστα πανέτοιμος να δεχθεί ένα αμερικα­νικό προτεκτοράτο πάνω από όλη την Τουρκία, μόνο και μόνο για να εμποδίσει την απόσπαση εδαφών για τους Αρμενίους.. Ο πόλεμος ενα­ντίον της Ελλάδας, του έδωσε τότε τη δυνατότητα, κατ΄ αρχάς να κα­ταδαμάσει ή να κερδίσει με το μέ­ρος του, τους Ιταλούς, μετά τους Γάλλους και τελικά τους Βρετα­νούς και αμερικανούς .βλέπε: Gust, W.:Der Völkermord an den Armeniern,1993.

O Mustafa Kemal Pascha (Atatürk : 1881-1938) είχε και ενεργή συμμετοχή στο πραξικό­πημα των Νεότουρκων από το 1908. 1917 Αρχηγός του στρατού στο μέτωπο του Καυκάσου. Κάτω από το σύνθημα « κανένα δάκτυλο παραχώρησης γης στους Αρμενί­ους», σχημάτισε από τον υπό­λοιπο οθωμανικό στρατό και από οπαδούς των Νεότουρκων άτακτες μονάδες εναντίον των ειρηνικών διακανονισμών των συνθηκών των Σεβρών του 1920. Αυτός απέρριπτε κάθε ιδέα μίας ανεξάρ­τητης Αρμενίας και οδήγησε σε αποφασιστικό αγώνα με τις ομά­δες του εναντίον της Δημοκρατίας της Αρμενίας το φθινόπωρο του 1920.

΄Oταν το 1923 ανακηρύχτηκε η Τουρκία σε Δημοκρατία, επέλεξε ο λαός τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ σε πρώτο πρόεδρό του.

O ιδρυτής του τουρκικού κράτους ήτανε μεν ένας φανατικός αντίπαλος του Ισλάμ, αλλά επίσης και ένας φανατικός ρατσιστής. Έφερνε πάντα μαζί του ένα τεχνικό σχεδιάγραμμα, που με αυτό έλεγχε τους αμφισβητούμενούς του, αν είχαν αυτοί επίσης και το τουρκικό σωματικό μέγεθος. Αυτό το μέγεθος το πήρε και το μέτρησε από τον περίφημο Oθωμανό αρχιτέκτονα Σίναν, που τον 16ο αιώνα έχτισε 71 τζαμιά, 55 σχολεία και 33 παλάτια, όπου ανασύρθηκαν και μετρήθηκαν τα νεκρικά κόκαλά του. Ασφαλώς ο Σίναν, ήτανε ένας Γενίτσαρος, κατά πάσα πιθανότητα κανένας Τούρκος, ενδεχομένως ένας Έλληνας.

Το Κεμαλικό πρόγραμμα ήτανε βασικά μία συνέχεια του Νεοτουρκικού, σύμφωνα με τον ιστορικό Kurt Ziemke, που είχε ως στόχο την απόλυτη επικράτηση του τουρκικού στοιχείου και επιδιώχθηκε με βίαια μέσα και θελημένη απερισκεψία και αδιακρισία εναντίον των άλλων γενεαλογικών φυλών, Αρμενίων, Ελλήνων κλπ. Και μετέπειτα συνεχίστηκε με τους Κούρδους. Βλέπε: Gust, S. 288.

O Κεμάλ και οι διάδοχοί του συνέχι­σαν την πολιτική του εκτουρκισμού. Μετά την εκδίωξη και εξό­ντωση των Αρμενίων Ελληνοπόντιων και Ελλήνων κατευθύνθηκε τώρα κυρίως εναντίον των κούρ­δων, που από εδώ και μπρος ήτανε και σχημάτιζαν την μεγαλύ­τερη μη τουρκική πληθυσμιακή ομάδα. Αν και αγωνίστηκαν στη πλευρά του Ατατούρκ εναντίον των Αρμε­νίων και Ελλήνων άρχισε ο Κεμάλ αμέσως κιόλας μία βάρβαρη κα­ταπιεστική και υπόδουλη πολι­τική εναντίον των Κούρδων.

Συνεχίζεται

Αφήστε μια απάντηση

banner
asxetos.gr