Δυσμνησία : διαταραχή της μνήμης κατά την οποία το άτομο εμφανίζει δυσκολία να ανακαλέσει συγκεκριμένες αναμνήσεις κατά την επιθυμητή στιγμή.
Συνέχεια »Δυσειδής
Δυσειδής : αυτός που έχει άσχημη μορφή.
Συνέχεια »Δυσοίωνος
Δυσοίωνος : αυτός που προοιωνίζεται κακή έκβαση, που δεν αφήνει περιθώρια για θετικές εξελίξεις.
Συνέχεια »Δυσεκτασία
Δυσεκτασία : διαταραχή κατά τη διάνοιξη του στομίου της ουροδόχου κύστης.
Συνέχεια »Δυσπαρευνία
Δυσπαρευνία : η παθολογική κατάσταση κατά την οποία η συνουσία είναι επώδυνη ή δυσχερής για την γυναίκα λόγω ψυχολογικών ή οργανικών αιτιών.
Συνέχεια »Δυσενδοκρινία
Δυσενδοκρινία : διαταραχή κατά τη διάνοιξη των ενδοκρινικών αδενών.
Συνέχεια »Δυσπραγία
Δυσπραγία : η έλλειψη άνεσης και ευρωστίας στο βιοτικό επίπεδο, η κατάσταση στενότητας και δυσχερειών.
Συνέχεια »Δυσεξίτηλος
Δυσεξίτηλος : αυτός που δύσκολα ξεβάφει, που δύσκολα χάνεται.
Συνέχεια »Δυσπρόσιο
Δυσπρόσιο : μεταλλικό στοιχείο λευκού χρώματος, σκληρό, δραστικό και δύστηκτο, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στην πυρηνική τεχνολογία.
Συνέχεια »Δυσεπίσχετος
Δυσεπίσχετος : αυτός που με δυσκολία ανακόπτεται και συγκρατείται.
Συνέχεια »Δυσηκοΐα
Δυσηκοΐα : δυσκολία στην ακοή, η κακή ακοή.
Συνέχεια »Δυσήλιος
Δυσήλιος : αυτός που δεν φωτίζεται από τον ήλιο, που δύσκολα τον βλέπει ο ήλιος.
Συνέχεια »Δυσήνιος
Δυσήνιος : αυτός που δύσκολα δέχεται χαλινάρι, αδάμαστος.
Συνέχεια »Δυσηχαγωγός
Δυσηχαγωγός : αυτός που δεν επιτρέπει το πέρασμα του ήχου από μια επιφάνεια σε άλλη μέσα από τη μάζα του.
Συνέχεια »Δρουγγάριος – δρουγγάρης
Δρουγγάριος – δρουγγάρης : αξιωματούχος του στρατού, του στόλου ή της δικαιοσύνης.
Συνέχεια »Δρωτσίλα
Δρωτσίλα : η εμφανίση εξανθημάτων στο δέρμα, που οφείλεται στη υπερβολική εφίδρωση κατά τις καλοκαιρινές ζέστες.
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο