Διαβολή : Η διατύπωση ανυπόστατης κατηγορίας (εις βάρος κάποιου).
Συνέχεια »Διαβολικότητα
Διαβολικότητα : Η διαβολικά ύπουλη διάθεση ή συμπεριφορά.
Συνέχεια »Διαβουκολώ
Διαβουκολώ : Παραπλανώ με ψεύτικες ελπίδες, δημιουργώντας ψευδείς εντυπώσεις.
Συνέχεια »Διάβρωση
Διάβρωση : Η επιφανειακή αλλοίωση ενός σώματος.
Συνέχεια »Διαγγελέας
Διαγγελέας : Αυτός που μεταφέρει μηνύματα.
Συνέχεια »Διαγκωνισμός
Διαγκωνισμός : Η προσπάθεια να ανοιχτεί πέρασμα.
Συνέχεια »Διαγουμίζω
Διαγουμίζω : Λεηλατώ, αρπάζω πράγματα που δεν μου ανήκουν ως λάφυρα.
Συνέχεια »Διαγουμιστής
Διαγουμιστής : Αυτός που λεηλατεί αρπάζοντας (ξένα πράγματα).
Συνέχεια »Διάγω
Διάγω : Περνώ τη ζωή μου ή τον καιρό μου υπό ορισμένες συνθήκες, με συγκεκριμένο τρόπο διαβιώσεως.
Συνέχεια »Διαβατάρικος
Διαβατάρικος : Αυτός που δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένος.
Συνέχεια »Διαδέτης
Διαδέτης : Σχοινί με το οποίο προσδένονται μεταξύ τους τα άκρα άλλων σχοινιών.
Συνέχεια »Διαβατήριο έθιμο
Διαβατήριο έθιμο : Καθένα από τα έθιμο που συνδέονται με τη μετάβαση από μια φυσική ή κοινωνική κατάσταση σε άλλη.
Συνέχεια »Διάδημα
Διάδημα : Διακοσμητική ταινία ή κάλλυμα της κεφαλής από πολύτιμα μέταλλα ή πετράδια που φοριέται από βασιλείς, ηγεμόνες ή τον Πάπα ως σύμβουλο εξουσίας.
Συνέχεια »Διάβημα
Διάβημα : Αποφασιστική διπλωματική ενέργεια που επιχειρείται από την κυβέρνηση ή το υπουργείο Εξωτερικών μιας χώρας προς την κυβέρνηση άλλου κράτους και αφορά σε σπουδαιότατο ζήτημα ή σκοπό ζωτικής σημασίας.
Συνέχεια »Διαδημοτικός
Διαδημοτικός : Αυτός που σχετίζεται με δύο ή περισσότερους δήμους ή τον διαχειρίζονται από κοινού περισσότεροι από ένα δήμοι.
Συνέχεια »Δήλος
Δήλος: αυτός που φαίνεται, που διακρίνεται, που είναι ορατός.
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο