Δαδί: το εύφλεκτο κομμάτι από δέντρο που έχει ρητίνη , το οποίο χρησιμεύει κυρίως ως προσάναμμα .
Συνέχεια »Δαδί
29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Προσπάθεια δημιουργίας ένος λεξικού με λέξεις και έννοιες που συχνά χρησιμοποιούμε άλλα δεν γνωρίζουμε την ακριβή τους σημασία.
29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δαδί: το εύφλεκτο κομμάτι από δέντρο που έχει ρητίνη , το οποίο χρησιμεύει κυρίως ως προσάναμμα .
Συνέχεια »29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δαδούχος: αυτός που κρατά (φέρει ) δάδα.
Συνέχεια »29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δαήμων : αυτός που έχει γνώσεις και πείρα , ο ειδήμων.
Συνέχεια »29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δαιδαλώδης: αυτός που είναι περίπλοκος
Συνέχεια »29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δαιμονόληπτος: αυτός που έχει καταληφθεί από δαιμόνιο.
Συνέχεια »29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δαιμονομανής :αυτός που είναι προσκολλημένος στη λατρεία του δαιμόνου
Συνέχεια »29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δαμάλα :νεαρή και μεγαλόσωμη αγελάδα
Συνέχεια »29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δαμάλι: νεαρός ταύρος ή μοσχάρι
Συνέχεια »29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δαμαλισμός: ο εμβολιασμός κατά της ευλογιάς με ορό δαμαλίτιδας.
Συνέχεια »29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δαμάσκο: πολυτελές ύφασμα με χρυσόχρωμη ή αργυρόχρωμη διακόσμηση στην ύφανση.
Συνέχεια »29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Γυναικωτός: θηλυπρεπής , αυτός που έχει γυναικείους τρόπους
Συνέχεια »29 Μαρτίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δανδής : άνδρας με επιτηδευμένη κομψότητα στην ενδυμασία και τον τρόπο συμπεριφοράς του.
Συνέχεια »10 Ιανουαρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Γράδο: όργανο μετρήσεως της πυκνότητας υγρού.
Συνέχεια »10 Ιανουαρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Γραιγολεβάντες: ο άνεμος που η φορά του είναι μεταξύ ανατολικής και βορειοανατολικής κατευθύνσεως.
Συνέχεια »10 Ιανουαρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Γραίγος :ο βορειανατολικός άνεμος.
Συνέχεια »10 Ιανουαρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Γραιγοτραμουντάνα : ο άνεμος μεταξύ βόρειας και βορειανατολικής κατεύθυνσης.
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο