Βρίθω : είμαι γεμάτος από κάτι
Συνέχεια »Βρίθω
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Προσπάθεια δημιουργίας ένος λεξικού με λέξεις και έννοιες που συχνά χρησιμοποιούμε άλλα δεν γνωρίζουμε την ακριβή τους σημασία.
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βρίθω : είμαι γεμάτος από κάτι
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βότρυς : η διάταξη που σχηματίζουν οι καρποί του αμπελιού , οι οποίοι συγκεντρώνονται γύρω από κύριο άξονα .
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βραδύνοια : η ελαφρά διανοητική καθυστέρηση , βραδύτητα στη σκέψη και την αντίληψη . Στην ιατρική είναι η μείωση της αντιληπτικής ή και μαθησιακής ικανότητας , που οφείλεται σε ποικίλα παθολογικά αίτια.
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βούβα : ( επιφώνημα ) στάματα να μιλάς , σιωπή
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βραδυφλεγής : αυτός που έχει αργό ρυθμό αναφλέξεως.
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βουβώνας : τμήμα του σώματος ανάμεσα στους άνω μηρούς και τα γεννητικά όργανα , η κοιλότητα που σχηματίζεται μεταξύ του ανωτέρου τμήματος των ποδιών και της κοιλιάς
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βράκτιο : καθένα από τα μικρά φύλλα που βρίσκονται στη βάση άνθους ή ανθοταξίας για την προστασία του νεαρού άνθους και τα οποία συχνά λειτουργούν και ως πέταλα .
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βούζουνας : σπυρί με πύον .
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βούκεντρο : μακρύ , ξύλινο ραβδί με σιδερένια αιχμή στο ένα άκρο , που χρησιμοποιούσαν για να κεντρίζονται τα βόδια , ώστε να προχωρούν γρηγορότερα κατά το όργωμα
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βουκόλος : αυτός που οδηγεί τα ζώα και ιδιαίτερα τα βόδια στη βοσκή
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βουλγκάτα : η λατινική μετάφραση της Αγίας Γραφής , που έγινε κυρίως από τον Άγ. Ιερώνυμο στα τέλη του 4ου αιώνα και υιοθετήθηκε από τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βουλεβάρτο : πλατιά και δενδροφυτευμένη λεωφόρος αστικού κέντρου , κατάλληλη για περιπάτους . Επίσης είναι ένα είδος θεάτρου με ψυχαγωγικό χαρακτήρα , το οποίο απευθύνεται στο ευρύ κοινό
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βουλιμία : αίσθημα εντονότατης πείνας που απαιτεί άμεση ικανοποίηση . Είναι η ακατάσχετη πείνα που οφείλεται σε ψυχοπαθολογικά αίτια
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βουλκανισμός : ειδική επεξεργασία του καουτσούκ με θείο , που αποσκοπεί στη βελτίωση των φυσικών και μηχανικών ιδιοτήτων του
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βουρκονέρι : νερό από βάλτο και γενικότερα βρόμικο , λασπωμένο νερό
Συνέχεια »9 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βουρλίζω : τρελαίνω , φέρνω κάποιον σε κατάσταση τρέλας ή απελπισίας
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο