Βίγλα : ψηλό σημείο από όπου μπορεί κανείς να ελέγχει μια περιοχή . Φυλάκιο , σκοπιά
Συνέχεια »ΒΙΓΛΑ
25 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Προσπάθεια δημιουργίας ένος λεξικού με λέξεις και έννοιες που συχνά χρησιμοποιούμε άλλα δεν γνωρίζουμε την ακριβή τους σημασία.
25 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βίγλα : ψηλό σημείο από όπου μπορεί κανείς να ελέγχει μια περιοχή . Φυλάκιο , σκοπιά
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βέλο : λεπτό δικτυωτό ύφασμα που καλύπτει τα γυναικεία καπέλα ή και μέρος από το πρόσωπο
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βεδουίνος : κάθε μέλος των νομαδικών πληθυσμών που περιπλανώνται στις ερήμους της Μέσης Ανατολής και της Β. Αφρικής
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βελούχι : πηγή με άφθονο νερό ή εγκατάσταση κοντά σε πηγή ή ποτάμι
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βελάδα : επίσημο ανδρικό μαύρο ένδυμα , παρόμοιο με το φράκο
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βελτιοδοξία : φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία ο κόσμος , όσο κακός και αν είναι , μπορεί να βελτιωθεί .
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βελέντζα : βαρύ μάλλινο κλινοσκέπασμα
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βελτιώσιμος : αυτός που μπορεί να βελτιωθεί.
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βεληνεκές : η απόσταση από το σημείο βολής ως το σημείο πτώσεως του βλήματος πυροβόλου όπλου
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βελτιωτικός : αυτός που συντελεί στην βελτίωση .
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βέλο : λεπτό δικτυωτό ύφασμα που καλύπτει τα γυναικεία καπέλα ή και μέρος από το πρόσωπο
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βενεδικτίνη : γαλλικό ηδύποτο ( λικέρ) , που παρασκευάζεται από διάφορα αρωματικά φυτά και έχει κίτρινο χρώμα .
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βελούχι : πηγή με άφθονο νερό ή εγκατάσταση κοντά σε πηγή ή ποτάμι
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βδέλυγμα : οτιδήποτε προκαλεί αηδία , αποτροπιασμό
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βενεδικτίνος : ο μοναχός του τάγματος του Αγίου Βενεδίκτου
Συνέχεια »8 Νοεμβρίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βελτιοδοξία : φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία ο κόσμος , όσο κακός και αν είναι , μπορεί να βελτιωθεί .
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο