Βαρύθυμος : αυτός που διακατέχεται από δυσάρεστα συναισθήματα , όπως λύπη , μελαγχολία κλπ.
Συνέχεια »ΒΑΡΥΝΟΙΑ
Βαρύνοια : η αμβλύνοια , η διανοητική βραδύτητα .
Συνέχεια »ΒΑΣΑΝΟΣ
Βάσανος : η σε βάθος εξέταση στοιχείων με στόχο την εξακρίβωση της αλήθειας ή της αξίας .
Συνέχεια »ΒΑΖΙΒΟΥΖΟΥΚΟΣ
Βαζιβουζούκος : άτακτος τούρκος στρατιώτης , που τρομοκρατούσε με τα εγκλήματα και τις αγριότητές του τους χριστιανικούς πληθυσμούς . Κατά επέκταση , ο άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από αυθαιρεσία και σκληρότητα .
Συνέχεια »ΒΑΣΚΑΝΤΗΡΑ
Βασκαντήρα : το φυλακτό που θεωρείται ότι αποτρέπει τη βασκανία .
Συνέχεια »ΒΑΣΤΑΖΟΣ
Βαστάζος : ο εργάτης ( συχνά ιθαγενής αχθοφόρος σε εξερευνητικές αποστολές ) που μεταφέρει αποσκευές , φορτίο .
Συνέχεια »ΒΑΤΕΥΩ
Βατεύω : ( για αρσενικό ζώο ) συνευρίσκομαι σεξουαλικά με θηλυκό ζώο .
Συνέχεια »ΒΑΤΙΣΤΑ
Βατίστα : το λεπτό λινό ύφασμα με πυκνή ύφανση .
Συνέχεια »ΒΑΤΣΙΝΑ
Βατσίνα : ο εμβολιασμός κατά της ευλογιάς . Η ουλή που μένει στο σημείο όπου έγινε εμβόλιο ευλογιάς .
Συνέχεια »ΒΑΤΣΙΝΙΑ
Βατσινιά : η βάτος . Η έκταση που είναι γεμάτη από βάτους .
Συνέχεια »ΒΑΤΣΙΝΟ
Βάτσινο : ο καρπός που παράγει η βάτος , το βατόμουρο .
Συνέχεια »ΒΑΡΒΑΤΕΥΩ
Βαρβατεύω : καταλαμβάνομαι από γενετήσια ορμή ( για τα ζώα ) .
Συνέχεια »ΒΑΤΤΑΡΙΖΩ
Βατταρίζω : μιλώ έχοντας κακή άρθρωση , τραυλίζω . Μεταφορικά μιλάω σαν μωρό .
Συνέχεια »ΒΑΒΟΥΛΙ
Βαβούλι : το άνθος του βαμβακιού και γενικότερα το περίβλημα του καρπού .
Συνέχεια »ΒΑΓΑΠΟΝΤΗΣ
Βαγαπόντης : ο αλήτης , ο άνθρωπος του περιθωρίου . Αυτός που ζει με μικροαπάτες , μικροαπατεώνας .
Συνέχεια »ΒΑΓΕΝΑΣ
Βαγενάς : αυτός που κατασκευάζει βαγένια , βαρέλια . Ο βαρελάς .
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο