Μενού
Αρχική / Εγκυκλοπαίδεια / Λεξικό - Γλωσσάρια / Ελληνικό Λεξικό (Σελίδα 70)

Ελληνικό Λεξικό

Προσπάθεια δημιουργίας ένος λεξικού με λέξεις και έννοιες που συχνά χρησιμοποιούμε άλλα δεν γνωρίζουμε την ακριβή τους σημασία.

ΑΙΔΗΜΟΣΥΝΗ

Αιδημοσύνη : η στάση και η ιδιότητα ανθρώπου που συμπεριφέρεται με αυτοσυγκράτηση και αξιοπρέπεια , φροντίζοντας να μην προσβάλλει τους άλλους , να μην παρεκτρέπεται παραβαίνοντας τις κοινωνικές και ηθικές επιταγές .

Συνέχεια »

ΑΙΘΡΙΟ

Αίθριο : κάθε εσωτερική αυλή ή προαύλιο μεγάλου κτηρίου ( ξενοδοχείου , συγκροτήματος ,γραφείων , εμπορικού κέντρου κ.λπ.) , που καλύπτεται από γυάλινο σκέπαστρο , ώστε να έχει φυσικό εσωτερικό φωτισμό .

Συνέχεια »

ΑΙΜΑΣΙΑ

Αιμασιά : η περίφραξη ανοικοδόμητου χώρου , αποτελούμενη κυρίως από λίθους χωρίς συγκολλητικό αρμό και ασβέστη . Γενικότερα οποιαδήποτε μορφή περίφραξης χώρου , χτιστή ή φυσικά διαμορφωμένη , λ.χ. από θάμνους ή κλαδιά .

Συνέχεια »

ΑΕΡΟΝΟΜΙΑ

Αερονομία : στη μετεωρολογία είναι η επιστημονική μελέτη των φυσικών και χημικών φαινομένων τμήματος της ανώτερης ατμόσφαιρας και της εξώσφαιρας . Επίσης είναι και η μονάδα της Πολεμικής αεροπορίας που επιβλέπει την τήρηση της τάξης και της πειθαρχίας του προσωπικού …

Συνέχεια »

ΑΕΤΩΜΑ

Αέτωμα : η τριγωνική επίστεψη στην οποία απολήγει η πρόσοψη των στενών πλευρών αρχαίου ελληνικού ναού . Το διακοσμητικό τρίγωνο επιστέγασμα οικοδομήματος .

Συνέχεια »