Αηδής : δυσάρεστος στις αισθήσεις , που προκαλεί έντονη αποστροφή , απέχθεια .
Συνέχεια »ΑΗΔΗΣ
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Προσπάθεια δημιουργίας ένος λεξικού με λέξεις και έννοιες που συχνά χρησιμοποιούμε άλλα δεν γνωρίζουμε την ακριβή τους σημασία.
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αηδής : δυσάρεστος στις αισθήσεις , που προκαλεί έντονη αποστροφή , απέχθεια .
Συνέχεια »11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Το αεροζόλ.
Συνέχεια »11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Το πανό το οποίο αναρτάται σε ψηλό σημείο λ.χ. σε γέφυρες , κτήρια , δρόμους.
Συνέχεια »11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αιμοσταγής : αυτός που στάζει αίμα . Μεταφορικά , αυτός που έχει βίαια ένστικτα και διαθέσεις , που συμπεριφέρεται απάνθρωπα ή εγκληματικά χωρίς ενοχές ή αναστολές .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αδολεσχία : η υπερβολική σε μάκρος , φλύαρη και κουραστική ομιλία .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αερόβιος : αυτός που χρειάζεται οξυγόνο για να υπάρξει ή να συντελεστεί .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αδράχνω : αρπάζω …Αδραξε την ευκαιρία : δεν άφησε την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αερόγαμος : φυτό του οποίου η επικονίαση γίνεται από τη γύρη που μεταφέρει ο αέρας .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αδράχτι : το μεταλλικό ή ξύλινο κυλινδρικό εργαλείο για το γνέσιμο υφαντικού υλικού .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αερόγραμμα : η επιστολή της οποίας ο φάκελος θεωρείται το ίδιο χαρτί το οποίο είναι γραμμένη , εφόσον διπλωθεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε στην εξωτερική πλευρά να αναγραφούν τα στοιχεία του αποστολέα και του παραλήπτη και να επικολληθεί το γραμματόσημο …
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αδρομερής : αυτός που αναφέρεται σε αδρά , προέρχοντα , απολύτως βασικά χαρακτηριστικά .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αερόδυνο : κάθε αεροσκάφος βαρύτερο από τον αέρα , που πετά με βάση τις αεροδυνάμεις . π.χ αεροπλάνο , ελικόπτερο ..
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αδρόμισθος : αυτός που αμείβεται αδρά , με μεγάλο μισθό .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αδρός : αυτός που χαρακτηρίζεται από μεγάλο μέγεθος , από επάρκεια .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αειπάρθενος : αυτή που διατηρεί την παρθενική αγνότητα σε όλη τη διάρκεια της ζωής ( ως προσφώνηση της Παναγίας ).
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αείποτε : πάντοτε , διαρκώς … ανέκαθεν , από πάντα , από παλιά .
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο