Αειπάρθενος : αυτή που διατηρεί την παρθενική αγνότητα σε όλη τη διάρκεια της ζωής ( ως προσφώνηση της Παναγίας ).
Συνέχεια »ΑΕΙΠΟΤΕ
Αείποτε : πάντοτε , διαρκώς … ανέκαθεν , από πάντα , από παλιά .
Συνέχεια »ΑΕΙΦΑΝΗΣ
Αειφανής : αυτός που είναι πάντοτε ορατός .
Συνέχεια »ΑΕΙΦΟΡΙΑ
Αειφορία : η βασική αρχή της δασοπονίας , που αποσκοπεί στην απόδοση του ίδιου ποσού δασικών προϊόντων ετησίως ή κατά περιόδους .
Συνέχεια »ΑΕΙΦΥΛΛΟΣ
Αείφυλλος : αυτός που διατηρεί πάντοτε το φύλλωμά του .
Συνέχεια »ΑΕΡΑΓΗΜΑ
Αεράγημα : το στρατιωτικό άγημα που μεταφέρεται με αεροπλάνο ή ελικόπτερο .
Συνέχεια »ΑΕΡΑΚΑΤΟΣ
Αεράκατος : σκάφος μικρού βυθίσματος που προωθείται με έλικα και διευθύνεται με πηδάλιο αεροσκάφους .
Συνέχεια »ΑΕΡΓΙΑ
Αεργία : το να μην εργάζεται κανείς με προσωπική του επιλογή ( κυρίως από τεμπελιά ).
Συνέχεια »ΑΓΧΟΝΗ
Αγχόνη : η θηλιά του σχοινιού με το οποίο προκαλείται θάνατος από πνιγμό κατά τον απαγχονισμό .
Συνέχεια »ΑΔΙΗΘΗΤΟΣ
Αδιήθητος : αυτός που δεν έχει φιλτραριστεί , δεν έχει διυλιστεί .
Συνέχεια »ΑΓΩΓΙ ( ΑΓΩΙ)
Αγώγι ( αγώι ) : το επ’ αμοιβή μεταφερόμενο από ζώο ή όχημα φορτίο .
Συνέχεια »ΑΔΟΚΗΤΟΣ
Αδόκητος : αυτός που δεν αναμενόταν .
Συνέχεια »ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ
Αγωγιάτης : αυτός που μεταφέρει έναντι αμοιβής πρόσωπα ή πράγματα , κυρίως με ζώα ή άμαξα.
Συνέχεια »ΑΔΑΜΑΝΤΟΔΕΣΙΑ
Αδαμαντοδεσία : το δέσιμο , η προσαρμογή δαμαντιών σε κόσμημα .
Συνέχεια »ΑΔΑΜΑΝΤΟΠΟΙΚΙΛΤΟΣ
Αδαμαντοποίκιλτος : αυτός που είναι στολισμένος , διακοσμημένος με διαμάντια .
Συνέχεια »ΑΔΑΜΑΝΤΟΣΤΙΚΤΟΣ
Αδαμαντόστικτος : ο αδαμαντοστόλιστος .
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο