Κρούου (ρημ.) = χτυπώ
Συνέχεια »Κρούου
29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Προσπάθεια δημιουργίας ενός κοζανητικού λεξικού με φράσεις και λέξεις από την όμορφη Κοζάνη.
29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Κρούου (ρημ.) = χτυπώ
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζ’νάρι (το) = φαρδί μάλλινο ή υφασμάτινο ζωνάρι
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζγκούραβου (το) = βρώμικο, λερωμένο
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζαράλ’ (το) = κουσούρι, πάθηση
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζαρίζου = βλέπω λίγο, διακρίνω
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζλάπ’ (το) = αγρίμι
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζουρζουβίλτς΄ (ο) = το αεικίνητο, άτακτο παιδί
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζανάτ’ (το) = επάγγελμα, δουλεία
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζιντλάρ’ς (ο) = κατα βάθος σημαίνει αυτός πού δεν έχει αξιοπρέπεια καί όχι ο κατώτερης κοινωνικής τάξεως άνθρωπος όπως ίσως πλατύτερα εννοείται
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζαβός (ο) = αλλήθωρος
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζούμπουν = ρίχνω κάτι στον αέρα π.χ. έριξιν τ’ς καραμέλις ζούμπουν στα μ’κρά
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζάφτ’ (εκφρ.) = χρησ. η έκφραση «κάμου ζάφτ΄» μαζεύω τα χρήματα, κάνω διαχείριση
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζγιάζου (ρημ.) = ζυγίζω. Επίσης επιφέρω χτύπημα αφού σημαδέψω κάτι από μακριά με όπλο, σφεντόνα, πέτρα
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζούφλου (η) = καμωματού, χαριτωμένη. προέρχεται απο την αρχαία λέξη «συλφίς»
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζγκούβω (ρημ.) = σκύβω
Συνέχεια »12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζιόλια (γυν. Ονομα) = Θεοδώρα
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο