Γαλίκι (το) = μεγάλο καλάθι απο κλαριά, για την μεταφορά συνήθως των σταφυλιών
Συνέχεια »Γαλίκι
21 Ιανουαρίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Προσπάθεια δημιουργίας ενός κοζανητικού λεξικού με φράσεις και λέξεις από την όμορφη Κοζάνη.
21 Ιανουαρίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γαλίκι (το) = μεγάλο καλάθι απο κλαριά, για την μεταφορά συνήθως των σταφυλιών
Συνέχεια »21 Ιανουαρίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Δραγκόνουμι = πιάνομαι (λουμπάγκο π.χ. μέση, πλευρά)
Συνέχεια »21 Ιανουαρίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γκουρτσιά (η) = αχλαδιά
Συνέχεια »21 Ιανουαρίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Διάφουρουν (το) = ωφέλεια (π.χ. «του πήριν διάφουρουν») = το επωφελήθηκε
Συνέχεια »21 Ιανουαρίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γριντόνουμι (ρημ.) = πέφτω
Συνέχεια »21 Ιανουαρίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γκαγκζιά (η) = αγριοβατσινιά, βατομουριά
Συνέχεια »21 Ιανουαρίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γκουργκόλ’ (το) = η μπίλια , ο βώλος
Συνέχεια »21 Ιανουαρίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γκαργκούλ’ (το) = μαντήλι κεφαλιού
Συνέχεια »27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γραπατσώνουμι (ρημ) = πιάνομαι, καθηλώνομαι κάπου με τα νύχια μου
Συνέχεια »27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γκουργκιλώ (ρημ.) = κυλώ
Συνέχεια »27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γουμάρα (η) = γαιδούρα
Συνέχεια »27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γιοργάνι (το) = πάπλωμα
Συνέχεια »27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Βραγκαλνώ = πληρώνω
Συνέχεια »27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γίνκλα (η) = δερμάτινο λουρί που περνούσε κάτω απο την κοιλία του ζώου και στήριζε το σαμάρι
Συνέχεια »27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Βιρβιρίζομαι = πονάω, αισθάνομαι οξύ καυστικό πόνο
Συνέχεια »27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γκιζιρνώ (ρημ.) = τριγυρνάω
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο