Γκλιαρώνω (ρημ.) = πνίγω
Συνέχεια »Γινατιάζουμαι (ρημ.)
Γινατιάζουμαι (ρημ.) = θυμώνω
Συνέχεια »Γραπατσώνουμι
Γραπατσώνουμι (ρημ) = πιάνομαι, καθηλώνομαι κάπου με τα νύχια μου
Συνέχεια »Γκουργκιλώ
Γκουργκιλώ (ρημ.) = κυλώ
Συνέχεια »Γουμάρα
Γουμάρα (η) = γαιδούρα
Συνέχεια »Γιοργάνι
Γιοργάνι (το) = πάπλωμα
Συνέχεια »Βραγκαλνώ
Βραγκαλνώ = πληρώνω
Συνέχεια »Γίνκλα (η)
Γίνκλα (η) = δερμάτινο λουρί που περνούσε κάτω απο την κοιλία του ζώου και στήριζε το σαμάρι
Συνέχεια »Βιρβιρίζομαι
Βιρβιρίζομαι = πονάω, αισθάνομαι οξύ καυστικό πόνο
Συνέχεια »Γκιζιρνώ
Γκιζιρνώ (ρημ.) = τριγυρνάω
Συνέχεια »Βαΐζου
Βαΐζου = γέρνω ή ξαπλώνω πρόχειρα για έναν σύντομο ύπνο
Συνέχεια »Γαρδαλώνου
Γαρδαλώνου (ρημα) = σκαλίζω κάτι με το δάχτυλο
Συνέχεια »Αστουχνώ
Αστουχνώ = ξεχνώ
Συνέχεια »Αρνίθα
Αρνίθα (η) = κότα (αρχ. Ελλ. «όρνιθα»)
Συνέχεια »Αξαμόνω
Αξαμόνω (ρημ.) = πιάνω
Συνέχεια »Ανιέτ΄
Ανιέτ΄ (το) = έθιμο, συνήθεια
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο