Πιαλώ (ρημ.) = τρέχω. Προέρχεται απο το αρχαίο «πιλαλώ : τρέχω»
Συνέχεια »Πιαλώ
24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Προσπάθεια δημιουργίας ενός κοζανητικού λεξικού με φράσεις και λέξεις από την όμορφη Κοζάνη.
24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πιαλώ (ρημ.) = τρέχω. Προέρχεται απο το αρχαίο «πιλαλώ : τρέχω»
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ξιδιαλέγου (ρημ.) = επιλέγω, ξεχωρίζω
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πλιαφώνου (ρημ.) = δέρνω
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ξαστουχνώ (ρημ.) = ξεχνιέμαι
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Παραχώνου (ρημ.) = θάβω
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ξιάγκλια (γυν. ονομα) = Αλεξάνδρα
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πατσ’ά (η) = πατημασιά
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ξιάφ’ (επιρ.) = ξυνό
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πασβάν’τς (ο) = ο Τούρκος χωροφύλακας
Συνέχεια »15 Ιανουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Νάτσιους (ανδρ.όνομα) = Θανάσης
Συνέχεια »15 Ιανουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Νινιώ (γυν.όνομα) = Άννα
Συνέχεια »15 Ιανουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Νισιάν’η (το) = κακοκαιρία
Συνέχεια »15 Ιανουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Νησ’ κουσύν’ (η) = πείνα
Συνέχεια »15 Ιανουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Νταικόνουμι (ρημ.) = πιάνομαι, στηρίζομαι
Συνέχεια »15 Ιανουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ντουρντούκια (τα) = ταξίδια, εκδρομές, σεργιάνια. Η λέξη ενέχει και κάποια κοροϊδευτική έννοια σ΄ αυτόν που απευθύνεται
Συνέχεια »15 Ιανουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Νταλακιάζω (ρημ.)= βαρυστομαχιάζω
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο