Αήθης : Αυτός που στερείται ήθους .
ΑΗΘΗΣ
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αήθης : Αυτός που στερείται ήθους .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αθρεψία : η ανεπαρκής λήψη τροφής , υποσιτισμός . Στην ιατρική είναι βαριά η μορφή της βρεφικής δυστροφίας .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αθρόος : αυτός που εμφανίζεται κατά σωρούς , σε αφθονία .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αιγιαλός : η ζώνη της ξηράς που περιβάλλει τη θάλασσα και βρέχεται από το μεγαλύτερο αλλά συνηθισμένο ανέβασμα των κυμάτων .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αετιδέας : το αετόπουλο .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Μετεωρίτης που αποτελείται κυρίως από πετρώδη ύλη .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αθυμία : η έλλειψη καλής διάθεσης . Στην ιατρική , η απουσία συναισθημάτων , η παθολογική απάθεια ως σύμπτωμα διαφόρων ψυχικών ασθενειών .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αίνος : ο λόγος που αποδίδει τίμή , δόξα , συνήθως στον Θεό .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αθωνίτης : αυτός που διαμένει στον Άθω , ο μοναχός του Αγίου όρους .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αισθαντικός : αυτός που χαρακτηρίζεται από λεπτότητα και ευαισθησία στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνει τα συναισθήματά του .Αυτός που γίνεται αντιληπτός από όσους διαθέτουν ευαισθησία , που αποπνέει μια αίσθηση λεπτότητας και διακριτικής ευαισθησίας .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αθυρόστομος : αυτός που εκφράζεται χρησιμοποιώντας βωμολοχίες.
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αιδημοσύνη : η στάση και η ιδιότητα ανθρώπου που συμπεριφέρεται με αυτοσυγκράτηση και αξιοπρέπεια , φροντίζοντας να μην προσβάλλει τους άλλους , να μην παρεκτρέπεται παραβαίνοντας τις κοινωνικές και ηθικές επιταγές .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Άθυρμα : αυτό με το οποίο παίζει κανείς , το παιχνίδι . Μεταφορικά ο άνθρωπος που χρησιμοποιείται σαν παιχνίδι στα χέρια των άλλων , που άγεται και φέρεται , που δεν διαθέτει δική του βούληση .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αιμασιά : η περίφραξη ανοικοδόμητου χώρου , αποτελούμενη κυρίως από λίθους χωρίς συγκολλητικό αρμό και ασβέστη . Γενικότερα οποιαδήποτε μορφή περίφραξης χώρου , χτιστή ή φυσικά διαμορφωμένη , λ.χ. από θάμνους ή κλαδιά .
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αηδής : δυσάρεστος στις αισθήσεις , που προκαλεί έντονη αποστροφή , απέχθεια .
13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αεργία : το να μην εργάζεται κανείς με προσωπική του επιλογή ( κυρίως από τεμπελιά ).
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο