Το κυνήγι , η αναζήτηση θηράματος ή θύματος . Σαν ναυτικός όρος , η αναζήτηση και ανέλκυση αντικειμένου από τον βυθό της θάλλασας .
ΑΓΡΙΜΟΛΟΓΟΣ
Ο αγριμοκυνηγός , ο κυνηγός που κυνηγά άγρια ζώα , αγρίμια .
ΑΓΡΟΔΙΑΙΤΟΣ
Αυτός που ζει στους αγρούς .
ΑΓΡΟΛΗΠΤΗΣ
Γεωργός που καλλιεργεί μισθωμένο κτήμα και καταβάλλει ως ενοίκιο ορισμένο ποσοστό της παραγωγής .
ΑΓΡΟΛΗΨΙΑ
Παλαιότερο σύστημα εκμεταλεύσεως αγροτικών κτημάτων , κατα το οποίο όσοι μετέτρεπαν ξένους χερσότοπους σε φυτείες , καρπώνονταν από κοινού με τους ιδιοκτήτες την παραγωγή .
ΑΓΛΑΟΣ
Αυτός που διακρίνεται για τη λαμπρότητά του , ο φωτεινός . Συνεκδοχικά , αυτός που χαρακτηρίζεται για την υπεροχή , τη φήμη ή τη δόξα του .
ΑΓΡΩΝΥΜΙΟ
Ονομα που δηλώνει αγρό ή αγροτική τοποθεσία .
ΑΝΕΒΟΛΕΜΑ
Το ανεβόλεμα : ο κατήφορος . Μεταφορικά σημαίνει ….δυσκολία αντιξοότητα , δυσχέρεια .
ΑΝΕΒΟΛΕΥΓΩ
Ανεβολεύγω : Ανηφορίζω .
ΑΝΕΣΤΟΥΛΟΥΧΙΣΜΑ
Ανεστουλούχισμα (το) : αναστέναγμα .
ΑΝΕΛΑΜΠΙΔΙ
Το αχινοπόδι , είδος θάμνου .
ΑΝΑΠΛΟΓΥΡΙΖΩ
Ορος λιομαζώματος . Στρώνω κάτω από την ελιά ανάπλες για να μη σκορπά ο καρπός στο έδαφος .
ΑΝΤΑΡΟΦΟΡΩ
Προέρχεται από την αντάρα . Σημαίνει είμαι σκεπασμένος από ομίχλη .
ΑΦΟΥΡΑ
Η ομίχλη , η καταχνιά .
ΑΡΓΑΤΙΝΗ
Αργατινή : το βράδυ , η νύχτα .
ΑΠΟΔΙΑΦΩΤΙΣΤΑ
Αποδιαφώτιστα ( επίρρημα ) : Πριν ακόμα χαράξει η αυγή .
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο