Δυστροφία : διαταραχή στην ανάπτυξη, που οφείλεται σε ελλιπή διατροφή ιστού, οργάνου ή και ολόκληρου το οργανισμού με τις συνακόλουθες αλλοιώσεις.
Δυσχεραίνω
Δυσχεραίνω : προβάλλω εμπόδια σε (κάτι), διαταράσσω την ομαλή διεξαγωγή του.
Δυσχρωματοψία
Δυσχρωματοψία : κάθε διαταραχή της όρασης, που συνδέεται με δυσκολία στη διάκριση ορισμένων χρωμάτων.
Δυσχρωμία
Δυσχρωμία : ανωμαλία στη χρωστική του δέρματος.
Δυσκρασία
Δυσκρασία : η κακή κράση του οργανισμού, η καχεξία.
Δύσληπτος
Δύσληπτος : (τροφή) που λαμβάνεται από το στόμα με δυσκολία.
Δυσμάς
Δυσμάς : στα δυτικά, προς τη δύση.
Δυσμνησία
Δυσμνησία : διαταραχή της μνήμης κατά την οποία το άτομο εμφανίζει δυσκολία να ανακαλέσει συγκεκριμένες αναμνήσεις κατά την επιθυμητή στιγμή.
Δυσειδής
Δυσειδής : αυτός που έχει άσχημη μορφή.
Δυσοίωνος
Δυσοίωνος : αυτός που προοιωνίζεται κακή έκβαση, που δεν αφήνει περιθώρια για θετικές εξελίξεις.
Δυσεκτασία
Δυσεκτασία : διαταραχή κατά τη διάνοιξη του στομίου της ουροδόχου κύστης.
Δυσπαρευνία
Δυσπαρευνία : η παθολογική κατάσταση κατά την οποία η συνουσία είναι επώδυνη ή
δυσχερής για την γυναίκα λόγω ψυχολογικών ή οργανικών αιτιών.
Δυσενδοκρινία
Δυσενδοκρινία : διαταραχή κατά τη διάνοιξη των ενδοκρινικών αδενών.
Δυσπραγία
Δυσπραγία : η έλλειψη άνεσης και ευρωστίας στο βιοτικό επίπεδο, η κατάσταση στενότητας και δυσχερειών.
Δυσεξίτηλος
Δυσεξίτηλος : αυτός που δύσκολα ξεβάφει, που δύσκολα χάνεται.
Δυσπρόσιο
Δυσπρόσιο : μεταλλικό στοιχείο λευκού χρώματος, σκληρό, δραστικό και δύστηκτο, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στην πυρηνική τεχνολογία.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο