Δυσήνιος : αυτός που δύσκολα δέχεται χαλινάρι, αδάμαστος.
Δυσηχαγωγός
Δυσηχαγωγός : αυτός που δεν επιτρέπει το πέρασμα του ήχου από μια επιφάνεια σε άλλη μέσα από τη μάζα του.
Δυσθανασία
Δυσθανασία : η παρατεταμένη και επώδυνη επιθανάτια αγωνία, ο αργός και βασανιστικός θάνατος.
Δυσθυμία
Δυσθυμία : η κακή ψυχική διάθεση, η έλλειψη κεφιού και όρεξης για ζωή.
Δυσιδρωσία
Δυσιδρωσία : η παθολογική κατακράτηση του ιδρώτα μέσα στο δέρμα, που εκδηλώνεται με εξανθήματα της επιδρμίδας.
Δυσκρασία
Δυσκρασία : η κακή κράση του οργανισμού, η καχεξία.
Δύσληπτος
Δύσληπτος : (τροφή) που λαμβάνεται από το στόμα με δυσκολία.
Δυσμάς
Δυσμάς : στα δυτικά, προς τη δύση.
Δραγομάνος – δραγουμάνος
Δραγομάνος – δραγουμάνος : ο διερμηνέας ή μεταφραστής στην αυλή του Σουλτάνου, συνήθως μη τουρκικής καταγωγής.
Δυσγενεσία
Δυσγενεσία : το φαινόμενο κατά το οποίο από τη διασταύρωση διαφορετικών ειδών γεννιούνται απόγονοι στείροι μεταξύ τους και γόνιμοι με μέλη της πατρικής ή μητρικής γενιάς.
Δραγόνος
Δραγόνος : πολεμιστής του ελαφρού ιππικού, ο οποίος μαχόταν και ως στρατιώτης του πεζικού.
Δράκα
Δράκα : η ποσότητα που μπορεί να κρατήσει κανείς στη χούφτα του.
Δρασκελιά
Δρασκελιά : το άνοιγμα των ποδιών κατά τον βηματισμό.
Δράττομαι
Δράττομαι : αρπάζω, επωφελούμαι.
Δραχμοσυντήρητος
Δραχμοσυντήρητος : αυτός που συντηρείται με πενιχρούς οικονομικούς πόρους, που μπορεί να εξασφαλίσει ένα ελάχιστα ανεκτό βιοτικό επίπεδο.
Δρεπανοκύτταρο
Δρεπανοκύτταρο : το ερυθρό αιμοσφαίριο, του οποίου το σχήμα έχει παραμορφωθεί τόσο ώστε να μοιάζει με δρεπάνι λόγω ελαττώσεως του οξυγόνου του περιβάλλοντος του.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο