Δόμος : η οροφή που έχει ημισφαιρικό σχήμα.
Δόμος
11 Ιουνίου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
11 Ιουνίου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δόμος : η οροφή που έχει ημισφαιρικό σχήμα.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δόγα : κυρτή σανίδα βαρελιού.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δισκοπάθεια : κάθε πάθηση μεσοσπονδύλιων δίσκων της σπονδυλικής στήλης του ανθρώπου.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δογματίζω : αποφαίνομαι με τρόπο που δεν επιδέχεται αντίρρηση.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δισκοπρίονο : ηλεκτροκίνητο πριόνι που περιλαμβάνει έναν οδοντωτό δίσκο, ο οποίος περιστρέφεται με μεγάλη ταχύτητα.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δοθιήνας : φλεγμονώδες, πυώδες, εξάνθημα του δέρματος.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δισταυρία : σύστημα εκλογής υποψηφίων, κατά το οποίο επιτρέπεται, ανάλογα με την εκλογική περιφέρεια, η σημείωση σταυρού δίπλα στα ονόματα δύο μόνο υποψηφίων στο ψηφοδέλτιο κάθε συνδυασμού.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δοιάκι : μοχλός που χρησιμοποιείται για την περιστροφή του πηδαλίου στα πλοία.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δίστηλος : αυτός που έχει ή εκτείνεται σε δύο στήλες.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δόκανο : παγίδα για την σύλληψη θηραμάτων.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Διστομίαση : λοίμωξη του ανθρώπου και των μηρυκαστικών, την οποία προκαλούν τα παρασιτικά σκουλήκια τα οποία ονομάζονταιδίστομα και που εκδηλώνεται ανάλογα με την περίπτωση με διάρροια, φαγούρα κ.ά.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δισχιδής : αυτός που είναι σχισμένος στα δύο, διχαλωτός.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Διττογραφία : η αντιγραφή συλλαβής, λέξης ή φράσεως δύο φορές από τον αντιγραφέα ενός κειμένου λόγω σφάλματος.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Διττός : διπλός, αυτός που αποτελείται από δύο μέρη ή είναι δύο ειδών.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Διυλίζω : περνώ υγρό μέσα από φίλτρο, για να το απαλλάξω από ξένες ουσίες.
21 Μαΐου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δίφορος : αυτός που καρποφορεί δύο φορές τον χρόνο.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο