Διττός : διπλός, αυτός που αποτελείται από δύο μέρη ή είναι δύο ειδών.
Διυλίζω
Διυλίζω : περνώ υγρό μέσα από φίλτρο, για να το απαλλάξω από ξένες ουσίες.
Δίφορος
Δίφορος : αυτός που καρποφορεί δύο φορές τον χρόνο.
Δίφρος
Δίφρος : κάθισμα χωρίς ράχη και βραχίονες.
Διχειλικός
Διχειλικός : φθόγγος που παράγεται με τη βοήθεια και των δύο χειλιών.
Διμεταλλισμός
Διμεταλλισμός : νομισματικό σύστημα που ίσχυε μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα και βασιζόταν σε διπλό μεταλλικό νομισματικό κανόνα, δηλαδή στην παράλληλη χρήση χρυσού και αργυρού ως μέσου συναλλαγής.
Διπυρίτης
Διπυρίτης : κάτι που ψήθηκε δύο φορές, για να διατηρηθεί περισσότερο.
Διμήνι
Διμήνι : είδος σιταριού που θερίζεται δύο μήνες μετά τη σπορά του.
Δισάκι
Δισάκι : δύο μικροί σάκοι από ύφασμα ή δέρμα, ενωμένοι στο επάνω μέρος, για τη μεταφορά ατομικών ειδών.
Δίμιτος
Δίμιτος : ύφασμα, υφασμένο με δύο κωστές, που έχει πυκνή ύφανση.
Δίσημος
Δίσημος : αυτός που έχει δύο σημασίες.
Δίνη
Δίνη : περιστριφική κίνηση νερού ή ανέμου, που οφείλεται στη συνάντηση αντίθετων ρευμάτων.
Δισκάριο
Δισκάριο : λειτουργικό σκεύος, όπου τοποθετείται ο άγιος άρτος της προσφοράς κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.
Διογκώνω
Διογκώνω : μεγαλώνω, αυξάνω τον όγκο σε κάτι.
Διολισθαίνω
Διολισθαίνω : γλιστρώ και ξεφεύγω από την πορεία μου.
Διομολόγηση
Διομολόγηση : οι αμοιβαίες συμφωνίες για παροχή προνομίων σε υπηκόους ισχυρών κρατών, που ζουν σε μη αναπττυγμένες χώρες.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο