Διολισθαίνω : γλιστρώ και ξεφεύγω από την πορεία μου.
Διομολόγηση
Διομολόγηση : οι αμοιβαίες συμφωνίες για παροχή προνομίων σε υπηκόους ισχυρών κρατών, που ζουν σε μη αναπττυγμένες χώρες.
Διονυσιάζομαι
Διονυσιάζομαι : βακχεύω, οργιάζω, μεθοκοπώ.
Διονυσιασμός
Διονυσιασμός : η έξαψη των αισθήσεων που συνοδεύεται από ερωτικό οίστρο, η μανία για απολαύσεις.
Διόραμα
Διόραμα : θέαμα κατά το οποίο τα όσα παριστάνονται δίνουν την ψευδαίσθηση του πραγματικού λόγω του κατάλληλου φωτισμού.
Διόρυξη
Διόρυξη : η εσκαφή, η διάνοιξη τάφρου, η κατασκευή διώρυγας.
Διοσημία
Διοσημία : φυσικό ή καιρικό φαινόμενο, που οι αρχαίοι αντιμετώπιζαν σαν μήνυμα από τους θεούς ή οιωνό που προανήγγελλε το μέλλον.
Διπλαρώνω
Διπλαρώνω : πλησιάζω κάποιον με υστερόβουλους σκοπούς.
Διπλογραφία
Διπλογραφία : η τήρηση λογιστικών βιβλίων με χρέωση ενός λογαριασμού και αντίστοιχη πίστωση άλλου.
Διπλωπία
Διπλωπία : η διαταραχή της όρασης, κατά την οποία ο ασθενής βλέπει τα αντικείμενα διπλά.
Διισχυρίζομαι
Διισχυρίζομαι : ισχυρίζομαι κάτι παρουσιάζοντας αναλυτικά τη σκέψη μου.
Δικαιικός
Δικαιικός : αυτός που σχετίζεται με το δίκαιο.
Δικαιοδόχος
Δικαιοδόχος : αυτός στον οποίο μεταβιβάζονται τα δικαιώματα άλλου.
Δικαιοπάροχος
Δικαιοπάροχος : αυτός που μεταβιβάζει δικαιώματα του σε άλλο.
Δικαιοπραξία
Δικαιοπραξία : η δήλωση της βούλησης προσώπου, η οποία αποσκοπεί στην παραγωγή έννομου αποτελέσματος.
Δικαιοστάσιο
Δικαιοστάσιο : προσωρινή αναστολή της λειτουργίας της δικαιοσύνης σε έκτακτες περιπτώσεις ύστερα από ειδική νομική ρύθμιση.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο