Χ’νέρι (το) = πάθημα
Χ’νέρι
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χ’νέρι (το) = πάθημα
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χλιάρ’ (το) = κουτάλι (αρχ. ελλ. λεξη: «κοχλιάριον»)
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χουϊάζου (ρημ.) = μαλώνω, επιπλήττω
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χαλεύου (ρημ.) = ζητάω
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χπιούμι (ρημ.) = χτυπιέμαι
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χατάς (ο) = κακό συμβάν
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χαραΐ (η) = πρωΐ, αυγή
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χαΐρ’ (το) = προκοπή
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χαμάλα (η) = κάρο με ένα άλογο για μεταφορές
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χόλμπας (ο) = λαίμαργος
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χτινάκια (τα) = οι κατώτεροι μεσόπλευροι μύες
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χαϊρσΐζ’ (ο) = αχαϊρευτος, ανεπρόκοπος
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Χιουνάτα (γυν. όνομα) = Χιονία
26 Φεβρουαρίου, 2008Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ψειφίδ’ (το) = μικρό μαχαίρι
20 Φεβρουαρίου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Δίβουλος : αυτός που δεν μπορεί να καταλήξει σε μία άποψη.
20 Φεβρουαρίου, 2008Ελληνικό Λεξικό
Διζωνικός : αυτός που αποτελείται από δύο (γεωγραφικές) ζώνες ή σκοπεύει στην ύπαρξη δύο ζωνών.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο