Διανοουμενίστικος : Αυτός που μιμείται τα χαρακτηριστικά διανοουμένου, αυτός που χαρακτηρίζεται από επίφαση κουλτούρας.
Διάνος
Διάνος : Το πουλί γάλος, η αρσενική γαλοπούλα.
Διάνυσμα
Διάνυσμα : Το ευθύγραμμο τμήμα που ξεκινά από συγκεκριμένο σημείο και έχει ορισμένη φορά.
Διαξιφισμός
Διαξιφισμός : Η ανταλλαγή χτυπημάτων με ξίφη.
Διαπεραιώνω
Διαπεραιώνω : Μεταφέρω από τη μια όχθη στην άλλη, από ένα λιμάνι σε άλλο.
Διαπίδυση
Διαπίδυση : Η εκροή υγρού από τους πόρους του σώματος.
Διαπιστευτήρια
Διαπιστευτήρια : Το επίσημο κυβερνητικό έγγραφο, με το οποίο δηλώνεται ο διορισμός του διπλωματικού αντιπροσώπου σε μια άλλη χώρα.
Διαπιστεύω
Διαπιστεύω : Ορίζομαι (από την κυβέρνηση)διπλωματικός εκπρόσωπος σε ξένο κράτος.
Διάπλαση
Διάπλαση : Η διαμόρφωση του ηθικοπνευματικού κόσμου.
Διαπλοκή
Διαπλοκή : Η στενή αλληλεξάρτηση.
Διαμέτρημα
Διαμέτρημα : Το μήκος της διαμέτρου.
Διαπρύσιος
Διαπρύσιος : Αυτός που διακηρύσσει κάτι με ιδιαίτερη θέρμη, με ένταση και παλμό.
Διαμήκης
Διαμήκης : Αυτός που εκτείνεται σε όλο το μήκος κάποιου πράγματος.
Διαπυούμαι
Διαπυούμαι : μαζεύω πύον (στην πληγή).
Μουσμουτεύου
Μουσμουτεύου (ρημ.) = ψιθυρίζω κατι στο αυτί για να μην με ακούσουνε
Μ’σόζουρλος
Μ’σόζουρλος (επιθ.) = μισόχαζος
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο