Ψίκι : Ακολουθία , πομπή.
Ψίκι
11 Σεπτεμβρίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
11 Σεπτεμβρίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Ψίκι : Ακολουθία , πομπή.
11 Σεπτεμβρίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Ψήμα : Ψήσιμο.
11 Σεπτεμβρίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Ψεσινός : Χθεσινός.
11 Σεπτεμβρίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Ψέγος : Ψεγάδι , ελάττωμα , ατέλεια.
11 Σεπτεμβρίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Ψεγαδιάστρα : Η κουτσομπόλα γυναίκα.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαβιβρώσκω : Διαβρώνω.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διάδικος : Καθένα από τα πρόσωπα που μετέχουν σε δικαστικό αγώνα από τη θέση είτε του κατηγορούμενου, είτε του κατηγόρου.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαβλητικός : Αυτός που λειτουργεί συκοφαντικά, μέσω του οποίου εκτοξεύεται διαβολή.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαδοσίας : Αυτός που διασπείρει ανυπόστατες ειδήσεις και ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες με αποτέλεσμα την πρόκληση αναστάτωσης, ανησυχίας.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαβλητός : Αυτός που μπορεί να κατηγορηθεί.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαδρομιστής : Πρόσωπο που κινείται στους διαδρόμους (κυβερνητικών κτηρίων) προσπαθώντας να επηρεάσει τις αποφάσεις υπέρ των συμφερόντων του.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαβολέας : Αυτός που διατυπώνει διαβολές εναντίον άλλων.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαβολή : Η διατύπωση ανυπόστατης κατηγορίας (εις βάρος κάποιου).
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαβολικότητα : Η διαβολικά ύπουλη διάθεση ή συμπεριφορά.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαβουκολώ : Παραπλανώ με ψεύτικες ελπίδες, δημιουργώντας ψευδείς εντυπώσεις.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διάβρωση : Η επιφανειακή αλλοίωση ενός σώματος.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο