Χτικιό : Η φυματίωση.
Χτικιό
11 Σεπτεμβρίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
11 Σεπτεμβρίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Χτικιό : Η φυματίωση.
11 Σεπτεμβρίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Ψιχαλίδα : Ψιλή βροχή , ψιχάλα.
11 Σεπτεμβρίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Χτικιάζω : Αρρωσταίνω από φυματίωση.
11 Σεπτεμβρίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Ψιμύθια : Στολίδια σε κέντημα ή υφαντό.
11 Σεπτεμβρίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Χοχλιός : Σαλιγκάρι.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαγκωνισμός : Η προσπάθεια να ανοιχτεί πέρασμα.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαγουμίζω : Λεηλατώ, αρπάζω πράγματα που δεν μου ανήκουν ως λάφυρα.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαγουμιστής : Αυτός που λεηλατεί αρπάζοντας (ξένα πράγματα).
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διάγω : Περνώ τη ζωή μου ή τον καιρό μου υπό ορισμένες συνθήκες, με συγκεκριμένο τρόπο διαβιώσεως.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαβατάρικος : Αυτός που δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένος.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαδέτης : Σχοινί με το οποίο προσδένονται μεταξύ τους τα άκρα άλλων σχοινιών.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαβατήριο έθιμο : Καθένα από τα έθιμο που συνδέονται με τη μετάβαση από μια φυσική ή κοινωνική κατάσταση σε άλλη.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διάδημα : Διακοσμητική ταινία ή κάλλυμα της κεφαλής από πολύτιμα μέταλλα ή πετράδια που φοριέται από βασιλείς, ηγεμόνες ή τον Πάπα ως σύμβουλο εξουσίας.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διάβημα : Αποφασιστική διπλωματική ενέργεια που επιχειρείται από την κυβέρνηση ή το υπουργείο Εξωτερικών μιας χώρας προς την κυβέρνηση άλλου κράτους και αφορά σε σπουδαιότατο ζήτημα ή σκοπό ζωτικής σημασίας.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαδημοτικός : Αυτός που σχετίζεται με δύο ή περισσότερους δήμους ή τον διαχειρίζονται από κοινού περισσότεροι από ένα δήμοι.
8 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διαβιβρώσκω : Διαβρώνω.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο