Διαβολή : Η διατύπωση ανυπόστατης κατηγορίας (εις βάρος κάποιου).
Διαβολικότητα
Διαβολικότητα : Η διαβολικά ύπουλη διάθεση ή συμπεριφορά.
Διαβουκολώ
Διαβουκολώ : Παραπλανώ με ψεύτικες ελπίδες, δημιουργώντας ψευδείς εντυπώσεις.
Διάβρωση
Διάβρωση : Η επιφανειακή αλλοίωση ενός σώματος.
Διαγγελέας
Διαγγελέας : Αυτός που μεταφέρει μηνύματα.
Διαγκωνισμός
Διαγκωνισμός : Η προσπάθεια να ανοιχτεί πέρασμα.
Διαγουμίζω
Διαγουμίζω : Λεηλατώ, αρπάζω πράγματα που δεν μου ανήκουν ως λάφυρα.
Διαγουμιστής
Διαγουμιστής : Αυτός που λεηλατεί αρπάζοντας (ξένα πράγματα).
Διάγω
Διάγω : Περνώ τη ζωή μου ή τον καιρό μου υπό ορισμένες συνθήκες, με συγκεκριμένο τρόπο διαβιώσεως.
Διαβατάρικος
Διαβατάρικος : Αυτός που δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένος.
Διαδέτης
Διαδέτης : Σχοινί με το οποίο προσδένονται μεταξύ τους τα άκρα άλλων σχοινιών.
Κατώφιλους
Κατώφιλους (ο) = το ξύλινο κεφαλόσκαλο
Κώτιας
Κώτιας (ανδρ. ονομα) = Κων/νος
Καρά
Καρά (η) = καρυδιά
Κανέστρα
Κανέστρα (η) = πανέρι
Κουσιό
Κουσιό (τον Κουσίον) = γρήγορα, ταχέως
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο