Αράσω : ορμώ από αγάπη .
Αράσω
3 Ιουλίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
3 Ιουλίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Αράσω : ορμώ από αγάπη .
3 Ιουλίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Βαγίζω : φροντίζω ιδιαίτερα κάποιον
3 Ιουλίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Βάγκα : χαντάκι, μεγάλο αυλάκι
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δεκαημερία: το χρονικό διάστημα δέκα ημερών
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δεκάκις: δέκα φορές.
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δεκαρολογώ: χρηματίζομαι με αναξιοπρεπή και ανέντιμο τρόπο
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δεκάτη: το ένα δέκατο εισοδήματος, παραγωγής, προϊόντων ή άλλων αγαθών.
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δεκοχτούρα: αγριοπερίστερο με χαρακτηριστική κραυγή, που ακούγεται σαν <δεκοχτώ>. Επίσης δεκαοχτούρα.
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δελφίνος: ηγεμόνας παλαιάς γαλλικής επαρχίας, ο διάδοχος του γαλλικού θρόνου.
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δεντρογαλιά: διάφορα μικρά φίδια χωρίς δηλητήριο, που αναρριχώνται στα δέντρα
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δασονομείο :η τοπική δασική αρχή που ελέγχει την εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας και υπάγεται υπηρεσιακώς στο δασαρχείο.
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δεντρώνω: φυτεύω δέντρα, καλύπτω με δέντρα (μια περιοχή).
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δασονόμος :ο κατώτερος δασικός υπάλληλος που ασκεί διοικητικά και αστυνομικά καθήκοντα σε περιφέρεια του δασαρχείου.
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δερβέναγας: ο αρχηγός του σώματος ενόπλων που φρουρούσαν τους δημόσιους χώρους και κυρίως τις διαβάσεις των βουνών.
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δασοπονία: κλάδος της δασολογίας που ασχολείται με την εφαρμογή των πορισμάτων της για τη διαχείριση και εκμετάλλευση των δασικών εκτάσεων προς όφελος του ανθρώπου
26 Ιουνίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Δερβένι: στενή διάβαση ανάμεσα σε βουνά.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο