Ζουρζουβίλτς΄ (ο) = το αεικίνητο, άτακτο παιδί
Ανάπλα
Ανάπλα : κουβέρτα
Ζανάτ’
Ζανάτ’ (το) = επάγγελμα, δουλεία
Αναστεναμένος
Αναστεναμένος : καημένος, ταλαίπωρος
Ζιντλάρ’ς
Ζιντλάρ’ς (ο) = κατα βάθος σημαίνει αυτός πού δεν έχει αξιοπρέπεια καί όχι ο κατώτερης κοινωνικής τάξεως άνθρωπος όπως ίσως πλατύτερα εννοείται
Ανεμίζω
Ανεμίζω : προαισθάνομαι
Ζαβός
Ζαβός (ο) = αλλήθωρος
Αντίντερο
Αντίντερο : αντίδερο
Ζούμπουν
Ζούμπουν = ρίχνω κάτι στον αέρα π.χ. έριξιν τ’ς καραμέλις ζούμπουν στα μ’κρά
Απάκι
Απάκι : καπνιστό χοιρινό κρέας
Ζάφτ’
Ζάφτ’ (εκφρ.) = χρησ. η έκφραση «κάμου ζάφτ΄» μαζεύω τα χρήματα, κάνω διαχείριση
Αποδεινιάζομαι
Αποδεινιάζομαι: δέχομαι κάτι με στεναχώρια
Ζγιάζου
Ζγιάζου (ρημ.) = ζυγίζω. Επίσης επιφέρω χτύπημα αφού σημαδέψω κάτι από μακριά με όπλο, σφεντόνα, πέτρα
Ζούφλου
Ζούφλου (η) = καμωματού, χαριτωμένη. προέρχεται απο την αρχαία λέξη «συλφίς»
Αργαντινή
Αργαντινή : εσπέρα
Ζγκούβω
Ζγκούβω (ρημ.) = σκύβω
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο