Γκουρτσιά (η) = αχλαδιά
Διάφουρουν
Διάφουρουν (το) = ωφέλεια (π.χ. «του πήριν διάφουρουν») = το επωφελήθηκε
Γριντόνουμι
Γριντόνουμι (ρημ.) = πέφτω
Γκαγκζιά
Γκαγκζιά (η) = αγριοβατσινιά, βατομουριά
Γκουργκόλ’
Γκουργκόλ’ (το) = η μπίλια , ο βώλος
Γκαργκούλ’
Γκαργκούλ’ (το) = μαντήλι κεφαλιού
Γραμματοκομιστής
Γραμματοκομιστής: ο υπάλληλος του ταχυδρομείου που διανέμει την αλληλογραφία στους παραλήπτες
Γραμμιστής
Γραμμιστής : ο σχεδιαστής
Γραμμοσύρτης
Γραμμοσύρτης: ο γραμμογράφος
Γραώδης
Γραώδης: παμπάλαιος , ξεπερασμένος , ανώφελος.
Γριβάδι
Γριβάδι: το ψάρι κυπρίνος
Γόμωση
Γόμωση : η εκρηκτική ύλη που απαιτείται για το γέμισμα του όπλου.
Γρίβας
Γρίβας: το ψαρό άλογο
Γονή
Γονή : καθένας από τους απογόνους κάποιου. Το σύνολο των απογόνων.
Γρίπος
Γρίπος: το αλιευτικό μέσο παρόμοιο με την τράτα , που ρίχνεται σε μεγάληέκταση σε λίμνες και θάλασσες με ομαλό βυθό και σέρνεται αργά , αργά από τη στεριά με σκοινιά.
Γουρμάζω
Γουρμάζω : ωριμάζω.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο