Γραικύλος: ο Έλληνας που είναι ανάξιος της εθνικής του παραδόσεως , ο ξεπεσμένος , παρηκμασμένος Έλληνας , συνήθως δουλοπρεπής προς τους ξένους
Γραμματοκομιστής
Γραμματοκομιστής: ο υπάλληλος του ταχυδρομείου που διανέμει την αλληλογραφία στους παραλήπτες
Γραμμιστής
Γραμμιστής : ο σχεδιαστής
Γραμμοσύρτης
Γραμμοσύρτης: ο γραμμογράφος
Γραώδης
Γραώδης: παμπάλαιος , ξεπερασμένος , ανώφελος.
Γριβάδι
Γριβάδι: το ψάρι κυπρίνος
Γόμωση
Γόμωση : η εκρηκτική ύλη που απαιτείται για το γέμισμα του όπλου.
Γρίβας
Γρίβας: το ψαρό άλογο
Γονή
Γονή : καθένας από τους απογόνους κάποιου. Το σύνολο των απογόνων.
Γρίπος
Γρίπος: το αλιευτικό μέσο παρόμοιο με την τράτα , που ρίχνεται σε μεγάληέκταση σε λίμνες και θάλασσες με ομαλό βυθό και σέρνεται αργά , αργά από τη στεριά με σκοινιά.
Αγγουροφαίνεται
Αγγουροφαίνεται : μου κακοφαίνεται
Αγγριγιεύω
Αγγριγιεύω : γίνομαι άγριος, αγριεύω, ερεθίζω κάποιον, τον εξάπτω
Αγιάερτος
Αγιάερτος: αγύριστος, δεν έχει γυρίσει ακόμα
Αγίδα
Αγίδα : συμπαράσταση, ενίσχυση
Αγκαλιδέ
Αγκαλιδέ: ότι χωράει μια αγκαλιά
Αγκανάδος
Αγκανάδος: αγανακτισμένος, οργισμένος, άκεφος
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο