Αβαρεσά : τεμπελιά, οκνηρία .
Αβατζέρνω
Αβατζέρνω : πλεονάζω, περισσεύω
Αβιζέρνω
Αβιζέρνω :εφιστώ τη προσοχή κάποιου, ειδοποιώ
Αφορδακός
Αβοθρακός ή αφορδακός : Βάτραχος
Αγαστεροπιάνω
Αγαστεροπιάνω :αναπτύσσομαι ομαλά
Αγγελοσκιάζομαι
Αγγελοσκιάζομαι : σκιάζομαι από τον άγγελό μου, βλέπω προμηνύματα του θανάτου μου
Αγγουροφαίνεται
Αγγουροφαίνεται : μου κακοφαίνεται
Αγγριγιεύω
Αγγριγιεύω : γίνομαι άγριος, αγριεύω, ερεθίζω κάποιον, τον εξάπτω
Αγιάερτος
Αγιάερτος: αγύριστος, δεν έχει γυρίσει ακόμα
Αναγγασμένος
Αναγγασμένος : θυμωμένος.
Αναγελώ
Αναγελώ = κοροϊδεύω.
Αναδακρυώνει
Αναδακρυώνει : δακρύζει .
Αναγορίζεις
Αναγορίζεις : διαλαλείς και κατηγορείς, σαν να μην ήθελες να γίνει.
Αναπαημένος
Αναπαημένος : ήσυχος.
Ανακουτέλωνε
Ανακουτέλωνε : γύριζε πίσω, τους άλλαζε πορεία.
Αναψηφά
Αναψηφά : δε λογαριάζει .
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο