Βαΐζου = γέρνω ή ξαπλώνω πρόχειρα για έναν σύντομο ύπνο
Βαΐζου
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Βαΐζου = γέρνω ή ξαπλώνω πρόχειρα για έναν σύντομο ύπνο
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γαρδαλώνου (ρημα) = σκαλίζω κάτι με το δάχτυλο
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Βιρανές, Βιράνγκους (ο) = άχρηστος, επιβλαβής, γρουσούζης και θηλυκό η βιρανιά.!!
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γούτσιος(ανδρ. όνομα) = Γιώργος
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Βαρόσι (το) = το κέντρο της πόλης. Μεταβυζαντινή λέξη που προέρχεται μάλλον απο την Ουγγρική λέξη Varos = άστυ
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Βίλα (η) = πηρούνι (ουγγρική λεξη)
24 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιαβάς –γιαβάς : σιγά – σιγά , με το πάσο σου.
24 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιαβάσικος : αυτός που είναι ελαφρύς(συνήθως για καπνά ή για καφέ).
24 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιαβρί : το νεογνό ζώων ή πτηνών
24 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιαλαντζί: ψεύτικος όχι γνήσιος
24 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιάντες : το διχαλωτό κοκαλάκι από το στήθος του κοτόπουλου , το οποίο χρησιμοποιείται σε παιχνίδι κατά το οποίο καθένας από τους δύο παίχτες τραβά ένα σκέλος της διχάλας και νικητής (κάνει γιάντες ) είναι αυτός στο χέρι του οποίου θα μείνει το μεγαλύτερο κομμάτι
24 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιάντες : το διχαλωτό κοκαλάκι από το στήθος του κοτόπουλου , το οποίο χρησιμοποιείται σε παιχνίδι κατά το οποίο καθένας από τους δύο παίχτες τραβά ένα σκέλος της διχάλας και νικητής (κάνει γιάντες ) είναι αυτός στο χέρι του οποίου θα μείνει το μεγαλύτερο κομμάτι
24 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιαπιτζής : χτίστης οικοδόμος.
24 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιαπράκι : ντολμαδάκι με κιμά , ρύζι και μυρωδικά τυλιγμένο σε αμπελόφυλλο.
24 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιαραμπής : ο Αλλάχ , ο θεός
24 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιασμάκι : καλύπτρα που σκεπάζει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλιού και του προσώπου των Μουσουλμάνων γυναικών , για να μην εκτίθεται το πρόσωπό τους σε δημόσια θέα
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο