Γέρμα : η δύση του ηλίου , το ηλιοβασίλεμα.
Γέρμα
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γέρμα : η δύση του ηλίου , το ηλιοβασίλεμα.
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γεώμορο : το τμήμα της συγκομιδής που δίνει ο καλλιεργητής ως μίσθωμα στον ιδιοκτήτη του κτήματος.
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γεροκούσαλο : άνθρωπος που έχει καταβληθεί από τα γηρατειά και τα έχει χαμένα , ώστε να μη θυμάται και να μην επικοινωνεί ομαλά με το περιβάλλον του.
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γεώσφαιρα : η γήινη σφαίρα και κυρίως το στερεό τμήμα της γης , που αποτελείται από ανόργανη ύλη .
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γερομπαμπαλής : γέρος ανόητος και ξεμωραμένος.
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γεροντίαση : η πρόωρη εμφάνιση γεροντικών χαρακτηριστικών (άσπρισμα μαλλιών , ρυτίδιασμα του δέρματος) , που εμφανίζεται σε νεαρά άτομα.
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γεροντοκορισμός : η ιδιότροπη συμπεριφορά που ταιριάζει σε γεροντοκόρη . Ιδιοτροπία , παραξενιά.
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γεροντόπιασμα : 1.το παιδί του οποίου οι γονείς είναι σε προχωρημένη για τεκνοποίηση ηλικία . 2. Ο άνθρωπος ο δύσθυμος και καχεκτικός .
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γεροντοφιλία : η ερωτική επιθυμία νεαρών ατόμων για άτομα μεγάλης ηλικίας.
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γεροντοφοβία : ο φόβος για τον ερχομό του γήρατος.
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γέσμαν : Ελληνικό «μαλιστάς». Αυτός που πάντα συμφωνεί και δέχεται τη γνώμη των ανωτέρων του , ανεξαρτήτως των προσωπικών του πεποιθήσεων , ο κόλακας , αυτός που λέει πάντα «ναι», «μάλιστα».
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γέτι : Θρυλικό ζώο πολύ μεγάλων διαστάσεων , που πιστεύεται ότι ζει στις υψηλές κορφές των Ιμαλαΐων και έχει τη μορφή πιθήκου ή αρκούδας.
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γεωγονία : θεωρία ή υπόθεση σχετικά με τη γένεση και τη διαμόρφωση της Γης.
1 Αυγούστου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γεωδαισία : κλάδος των εφαρμοσμένων μαθηματικών , που ασχολείται με τη μέτρηση του εμβαδού και του σχήματος μεγάλων εκτάσεων μιας χώρας , τον ακριβή προσδιορισμό των γεωγραφικών συντεταγμένων και την καμπυλότητα , το σχήμα και τις διαστάσεις της γήινης σφαίρας.
22 Ιουλίου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Αγρικώ (ρημ.) = καταλαβαίνω
22 Ιουλίου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Απόϊρας (ο) = χείμαρρος μετά από νεροποντή
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο