Ανακούκουρα (επιρ.) = κάθομαι στά γόνατα μου
Αδέτ΄ς
Αδέτ΄ς = χωρίς
Απ΄κάζου
Απ΄κάζου (ρημ.) = γνωρίζω, καταλαβαίνω, μαθαίνω
Αζπόρτστους
Αζπόρτστους (επιθ.) = ακαλλιέργητος άνθρωπος, χωρίς τρόπους
Αδιασ΄κά
Αδιασ΄κά = βιαστικά
Αμπασκάλ΄
Αμπασκάλ΄ (η) = κόρφος
Αδρέϊνους
Αδρέϊνους (επιθ.) = ακαλλιέργητος
Αντηριούμι
Αντηριούμι (ρημ.) = ντρέπομαι, διστάζω
Αγροικώ
Αγροικώ = ξέρω, γνωρίζω, σκαμπάζω
Αντραλίζουμι
Αντραλίζουμι (ρημ.) = ζαλίζομαι
Γαρδέλι
Γαρδέλι : η καρδερίνα.
Γαρδούμπα
Γαρδούμπα : ορεκτικό που παρασκευάζεται από εντόσθια αμνοεριφίων , τα οποία δένονται σε μικρές πλεξίδες.
Γαριάζω
Γαριάζω : χάνω τη λαμπερή και καθαρή μου όψη , δεν είμαι απόλυτα καθαρός.
Γαρμπής
Γαρμπής : ο νοτιοδυτικός άνεμος, ο λίβας.
Γαρμπίλι
Γαρμπίλι : χαλίκι που χρησιμοποιείται στις οικοδομές.
Γάρος
Γάρος: 1. Αλατισμένο νερό μέσα στο οποίο διατηρούνται ελιές , ψάρια , λαχανικά κλπ.
2. Επίσης είναι και σάλτσα αποτελούμενη από μικρά ψάρια ή εντόσθια ψαριών , λεμόνι και λάδι.
3. Το λέκιασμα.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο