Αντίκρα (επιρ.) = απέναντι
Αραδώ
Αραδώ (ρημ.) = ψάχνω
Ακουτώ
Ακουτώ (ρημ.) = τολμώ
Αλόϊρα
Αλόϊρα (επιρ.) = γύρω – γύρω
Αγρικώ
Αγρικώ (ρημ.) = καταλαβαίνω
Απόϊρας
Απόϊρας (ο) = χείμαρρος μετά από νεροποντή
Ανακούκουρα
Ανακούκουρα (επιρ.) = κάθομαι στά γόνατα μου
Αδέτ΄ς
Αδέτ΄ς = χωρίς
Απ΄κάζου
Απ΄κάζου (ρημ.) = γνωρίζω, καταλαβαίνω, μαθαίνω
Αζπόρτστους
Αζπόρτστους (επιθ.) = ακαλλιέργητος άνθρωπος, χωρίς τρόπους
Γαμέτης
Γαμέτης : το εξειδικευμένο κύτταρο για την αναπαραγωγή στα πρωτόζωα και τα φυτά.
Γάνα
Γάνα : 1. Η πρασινωπή σκουριά που εμφανίζεται σε σκεύη ή αντικείμενα που δεν έχουν γαλβανιστεί .
2. Η μουντζούρα που δημιουργείται στα σκεύη με τα οποία μαγειρεύουμε πάνω στη φωτιά .
3. Λευκό επίχρισμα που εμφανίζεται πάνω στη γλώσσα από δίψα ή αρρώστια .
Γαρδέλι
Γαρδέλι : η καρδερίνα.
Γαρδούμπα
Γαρδούμπα : ορεκτικό που παρασκευάζεται από εντόσθια αμνοεριφίων , τα οποία δένονται σε μικρές πλεξίδες.
Γαριάζω
Γαριάζω : χάνω τη λαμπερή και καθαρή μου όψη , δεν είμαι απόλυτα καθαρός.
Γαρμπής
Γαρμπής : ο νοτιοδυτικός άνεμος, ο λίβας.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο