Γασμούλος : στην Πελοπόννησο κατά την Φραγκοκρατία έτσι λεγόταν αυτός του οποίου ο ένας γονέας ήταν φραγκικής καταγωγής και ο άλλος ελληνικής.
Γαστέρα
Γαστέρα : η κοιλιακή χώρα .
Γαστραλγία
Γαστραλγία : ο πόνος στην κοιλιακή χώρα.
Γδούπος
Γδούπος : ο απότομος , υπόκωφος θόρυβος.
Γαλέτα
Γαλέτα : κομμάτι ή φέτα ψωμιού που έχει ξαναψηθεί , που δίνεται ως ξηρά τροφή σε στρατιώτες και ναυτικούς .
Γέλη
Γέλη : το τζελ.
Γαλή
Γαλή : η γάτα.
Γεμιστής
Γεμιστής : παλιός και έμπειρος ναυτικός . Επίσης ειρωνικά είναι αυτός που δεν έχει σχέση με τη θάλασσα και προσποιείται τον πολύξερο.
Γαλιάντρα
Γαλιάντρα : ο Κορυδαλλός. Χρησιμοποιείται και μεταφορικά ως χαρακτηρισμός προσώπου που μιλάει ακατάπαυστα.
Γεμολόγος
Γεμολόγος : ο ειδικός που πιστοποιεί τη γνησιότητα πολύτιμων λίθων .
Γαλίφης
Γαλίφης : αυτός που κολακεύει τους άλλους για να πετύχει τους σκοπούς του
Γερακάρης
Γερακάρης : ο εκγυμναστής γερακιών για το κυνήγι.
Γαμέτης
Γαμέτης : το εξειδικευμένο κύτταρο για την αναπαραγωγή στα πρωτόζωα και τα φυτά.
Γάνα
Γάνα : 1. Η πρασινωπή σκουριά που εμφανίζεται σε σκεύη ή αντικείμενα που δεν έχουν γαλβανιστεί .
2. Η μουντζούρα που δημιουργείται στα σκεύη με τα οποία μαγειρεύουμε πάνω στη φωτιά .
3. Λευκό επίχρισμα που εμφανίζεται πάνω στη γλώσσα από δίψα ή αρρώστια .
Γάδος
Γάδος : ο μικρός βακαλάος με μήκος έως και 40 εκατοστά . που αλιεύεται συνήθως σε αβαθή νερά κοντά στις ακτές .
Γαζέτα
Γαζέτα : η καθημερινή εφημερίδα.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο