Γαλή : η γάτα.
Γαλή
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γαλή : η γάτα.
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γεμιστής : παλιός και έμπειρος ναυτικός . Επίσης ειρωνικά είναι αυτός που δεν έχει σχέση με τη θάλασσα και προσποιείται τον πολύξερο.
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γαλιάντρα : ο Κορυδαλλός. Χρησιμοποιείται και μεταφορικά ως χαρακτηρισμός προσώπου που μιλάει ακατάπαυστα.
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γεμολόγος : ο ειδικός που πιστοποιεί τη γνησιότητα πολύτιμων λίθων .
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γαλίφης : αυτός που κολακεύει τους άλλους για να πετύχει τους σκοπούς του
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γερακάρης : ο εκγυμναστής γερακιών για το κυνήγι.
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γαμέτης : το εξειδικευμένο κύτταρο για την αναπαραγωγή στα πρωτόζωα και τα φυτά.
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γάνα : 1. Η πρασινωπή σκουριά που εμφανίζεται σε σκεύη ή αντικείμενα που δεν έχουν γαλβανιστεί .
2. Η μουντζούρα που δημιουργείται στα σκεύη με τα οποία μαγειρεύουμε πάνω στη φωτιά .
3. Λευκό επίχρισμα που εμφανίζεται πάνω στη γλώσσα από δίψα ή αρρώστια .
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γαρδέλι : η καρδερίνα.
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γαρδούμπα : ορεκτικό που παρασκευάζεται από εντόσθια αμνοεριφίων , τα οποία δένονται σε μικρές πλεξίδες.
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γαριάζω : χάνω τη λαμπερή και καθαρή μου όψη , δεν είμαι απόλυτα καθαρός.
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γαρμπής : ο νοτιοδυτικός άνεμος, ο λίβας.
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γαρμπίλι : χαλίκι που χρησιμοποιείται στις οικοδομές.
17 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γάρος: 1. Αλατισμένο νερό μέσα στο οποίο διατηρούνται ελιές , ψάρια , λαχανικά κλπ.
2. Επίσης είναι και σάλτσα αποτελούμενη από μικρά ψάρια ή εντόσθια ψαριών , λεμόνι και λάδι.
3. Το λέκιασμα.
6 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βυθοκόρος : το πλωτό μηχανικό σύστημα που χρησιμοποιείται σε υποβρύχιες εκσκαφές για την εκσκαφή του βυθού και τη διατήρηση του βάθους των καναλιών , ποταμών και λιμανιών , την αποκομιδή υλικών , την κατασκευή έργων και την περισυλλογή αντικειμένων αξίας.
6 Ιουλίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γαλαδελφός : ο αδελφός από την ίδια μάνα , αυτός που μοιράστηκε το γάλα της ίδιας μάνας .
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο