Γδούπος : ο απότομος , υπόκωφος θόρυβος.
Γαλέτα
Γαλέτα : κομμάτι ή φέτα ψωμιού που έχει ξαναψηθεί , που δίνεται ως ξηρά τροφή σε στρατιώτες και ναυτικούς .
Γέλη
Γέλη : το τζελ.
Γαλή
Γαλή : η γάτα.
Γεμιστής
Γεμιστής : παλιός και έμπειρος ναυτικός . Επίσης ειρωνικά είναι αυτός που δεν έχει σχέση με τη θάλασσα και προσποιείται τον πολύξερο.
Γαλιάντρα
Γαλιάντρα : ο Κορυδαλλός. Χρησιμοποιείται και μεταφορικά ως χαρακτηρισμός προσώπου που μιλάει ακατάπαυστα.
Γεμολόγος
Γεμολόγος : ο ειδικός που πιστοποιεί τη γνησιότητα πολύτιμων λίθων .
Γαλίφης
Γαλίφης : αυτός που κολακεύει τους άλλους για να πετύχει τους σκοπούς του
Γερακάρης
Γερακάρης : ο εκγυμναστής γερακιών για το κυνήγι.
Γαμέτης
Γαμέτης : το εξειδικευμένο κύτταρο για την αναπαραγωγή στα πρωτόζωα και τα φυτά.
Γάνα
Γάνα : 1. Η πρασινωπή σκουριά που εμφανίζεται σε σκεύη ή αντικείμενα που δεν έχουν γαλβανιστεί .
2. Η μουντζούρα που δημιουργείται στα σκεύη με τα οποία μαγειρεύουμε πάνω στη φωτιά .
3. Λευκό επίχρισμα που εμφανίζεται πάνω στη γλώσσα από δίψα ή αρρώστια .
Γαρδέλι
Γαρδέλι : η καρδερίνα.
Γαρδούμπα
Γαρδούμπα : ορεκτικό που παρασκευάζεται από εντόσθια αμνοεριφίων , τα οποία δένονται σε μικρές πλεξίδες.
Γαριάζω
Γαριάζω : χάνω τη λαμπερή και καθαρή μου όψη , δεν είμαι απόλυτα καθαρός.
Γαίμα
Γαίμα : το αίμα.
Γαιόσακος
Γαιόσακος : σάκος γεμισμένος χώμα και ειδικότερα άμμο , που χρησιμοποιείται στην κατασκευή πρόχειρων οχυρωμάτων , κυρίως σε πολεμικές επιχειρήσεις.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο