Βραδυφλεγής : αυτός που έχει αργό ρυθμό αναφλέξεως.
Βουβώνας
Βουβώνας : τμήμα του σώματος ανάμεσα στους άνω μηρούς και τα γεννητικά όργανα , η κοιλότητα που σχηματίζεται μεταξύ του ανωτέρου τμήματος των ποδιών και της κοιλιάς
Βράκτιο
Βράκτιο : καθένα από τα μικρά φύλλα που βρίσκονται στη βάση άνθους ή ανθοταξίας για την προστασία του νεαρού άνθους και τα οποία συχνά λειτουργούν και ως πέταλα .
Βούζουνας
Βούζουνας : σπυρί με πύον .
Βούκεντρο
Βούκεντρο : μακρύ , ξύλινο ραβδί με σιδερένια αιχμή στο ένα άκρο , που χρησιμοποιούσαν για να κεντρίζονται τα βόδια , ώστε να προχωρούν γρηγορότερα κατά το όργωμα
Βουκόλος
Βουκόλος : αυτός που οδηγεί τα ζώα και ιδιαίτερα τα βόδια στη βοσκή
Βουλγκάτα
Βουλγκάτα : η λατινική μετάφραση της Αγίας Γραφής , που έγινε κυρίως από τον Άγ. Ιερώνυμο στα τέλη του 4ου αιώνα και υιοθετήθηκε από τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία
Βουλεβάρτο
Βουλεβάρτο : πλατιά και δενδροφυτευμένη λεωφόρος αστικού κέντρου , κατάλληλη για περιπάτους . Επίσης είναι ένα είδος θεάτρου με ψυχαγωγικό χαρακτήρα , το οποίο απευθύνεται στο ευρύ κοινό
Βουλιμία
Βουλιμία : αίσθημα εντονότατης πείνας που απαιτεί άμεση ικανοποίηση . Είναι η ακατάσχετη πείνα που οφείλεται σε ψυχοπαθολογικά αίτια
Καρτερεύγω
Καρτερεύγω : στήνω καρτέρι, ενεδρεύω
Κάρτσα
Κάρτσα: η κάλτσα
Κουμπελίδικη
Κουμπελίδικη : θολωτή (προκειμένου για λουλούδι, που γυρίζει το άνθος του προς τα πάνω σχηματίζοντας θόλο)
Κουτούντο
Κουτούντο: πρόσθετη υδρορροή σε σχήμα ανάποδου κεραμιδιού
Λογιάζω
Λογιάζω : υπολογίζω, μελετώ, σχεδιάζω, σκέφτομαι, προβληματίζομαι
Λέπω πώς
Λέπω πώς : νομίζω ότι
Πεντακάνολη
Πεντακάνολη: που έχει πέντε κάνολες (βρύσες)
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο