Εκκλητεύω : προσάγω (μάρτυρα) στο δικαστήριο δια της βίας.
Εκκοκκίζω
Εκκοκκίζω : ξεχωρίζω το σπέρμα (φυτού) από τις ύλες που το περιβάλλουν (μαζεύω
τους σπόρους).
Ειρωνεία
Ειρωνεία : η χρήση του λόγου κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το αποδιδόμενο νόημα να
αντιτίθεται στο κυριολεκτικό.
Εκγλύφανο
Εκγλύφανο : περιστροφικό κοπτικό εξάρτημα από χάλυβα με ενσωματωμένη
πρόσθετη οδόντωση, που σχηματίζει κοπτικές ακμές συμμετρικά γύρω από τον άξονα
περιστροφής του και χρησιμοποιείται στην κατεργασία επιφανειών.
Εισδοχή
Εισδοχή : η αποδοχή (μέλου) ως ισοτίμου, η ένταξη του και η αναγνώριση όλων
των δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν.
Εκδέρω
Εκδέρω : αφαιρώ το δέρμα ή το φλοιό.
Εισέτι
Εισέτι : ακόμη, μέχρι τώρα.
Έκδηλος
Έκδηλος : ολοφάνερος, ξεκάθαρος.
Εισιτήριος
Εισιτήριος : αυτός με τον οποίο πιστοποιείται η ικανότητα ή αναγνωρίζεται η
δυνατότητα εισόδου, εισαγωγής.
Εκδορά
Εκδορά : το γδάρσιμο του δέρματος των ζώων για ποικίλες χρήσεις.
Εισορμώ
Εισορμώ : εισέρχομαι ξαφνικά με επιθετική διάθεση.
Εισπλέω
Εισπλέω : εισέρχομαι σε λιμάνι (για σκάφη).
Εισρόφηση
Εισρόφηση : η διείσδυση υγρών ή στερεών ουσιών στις αναπνευστικές οδούς, κυρίως
όταν δεν λειτουργούν τα λαρυγγικά αντανακλαστικά ή λόγω απότομης εισπνής.
Ειωθός
Ειωθός : οτιδήποτε επαναλαμβάνεται κατά σταθερή συχνότητα, η συνήθεια.
Εκάστοτε
Εκάστοτε : σε κάθε περίπτωση, κάθε φορά.
Εκάτερος
Εκάτερος : ο καθένας από τους δύο, ο καθένας ξεχωριστά.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο