Πηλιά: η πούλια .
ΠΗΛΙΑ
11 Ιουλίου, 2004Κρητικό Γλωσσάριο
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
11 Ιουλίου, 2004Κρητικό Γλωσσάριο
Πηλιά: η πούλια .
11 Ιουλίου, 2004Κρητικό Γλωσσάριο
Πιάνει (το δεντρί) : ευδοκιμεί .
11 Ιουλίου, 2004Κρητικό Γλωσσάριο
Ποδομένος: καταντημένος (ποδίδω) .
11 Ιουλίου, 2004Κρητικό Γλωσσάριο
Ποθαμός :ο θάνατος .
7 Ιουλίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αφλεγής : αυτός που δεν πάιρνει φωτιά , ο άφλεκτος .
7 Ιουλίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αφλογιστία : για όπλο, η μη ανάφλεξη του καψαλιού ή της γομόσεως όπλου έτοιμου να πυροδοτήσει παρά την πυροδότηση του αντίστοιχου μηχανισμού . Μεταφορικά , η έλλειψη της αποτελεσματικότητας ή ικανότητας επιτυχίας του στόχου .
7 Ιουλίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αφορμίζω : δημιουργώ πυώδη φλεγμονή , προκαλώ μόλυνση και ερεθισμό της πληγής .
7 Ιουλίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αφροδισιαστής : αυτός που παρουσιάζει έντονη ροπή προς τις σαρκικές απολαύσεις .
7 Ιουλίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αφτιάζομαι : στήνω αφτί να ακούσω , ακούω με προσοχή , ακούω τυχαία .
7 Ιουλίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αφειδής : αυτός που παρέχεται σε αφθονία ( για μη έμψυχα ).
7 Ιουλίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αφυής : αυτός που στερείται ευφυΐας , μη ευφυής .
7 Ιουλίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αφειδώλευτος : αυτός που παρέχεται απλόχερα , χωρίς φειδώ.
7 Ιουλίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αχαρτοσήμαντος : έγγραφο στο οποίο δεν έχει επικολληθεί χαρτόσημο .
7 Ιουλίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αφεντάδικος : αυτός που αρμόζει σε αφέντη.
7 Ιουλίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αχείμαντος : αυτός που δεν ταράζεται από τρικυμία . Συνήθως μεταφορικά , αυτός που δεν έχει δοκιμαστεί από δυστυχίες .
7 Ιουλίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αφερέγγυος : αυτός που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη , τον οποίο δεν μπορεί να να εμπιστευθεί .
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο