Διπυρίτης : κάτι που ψήθηκε δύο φορές, για να διατηρηθεί περισσότερο.
Συνέχεια »Διμήνι
Διμήνι : είδος σιταριού που θερίζεται δύο μήνες μετά τη σπορά του.
Συνέχεια »Δισάκι
Δισάκι : δύο μικροί σάκοι από ύφασμα ή δέρμα, ενωμένοι στο επάνω μέρος, για τη μεταφορά ατομικών ειδών.
Συνέχεια »Δίμιτος
Δίμιτος : ύφασμα, υφασμένο με δύο κωστές, που έχει πυκνή ύφανση.
Συνέχεια »Δίσημος
Δίσημος : αυτός που έχει δύο σημασίες.
Συνέχεια »Δίνη
Δίνη : περιστριφική κίνηση νερού ή ανέμου, που οφείλεται στη συνάντηση αντίθετων ρευμάτων.
Συνέχεια »Δισκάριο
Δισκάριο : λειτουργικό σκεύος, όπου τοποθετείται ο άγιος άρτος της προσφοράς κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.
Συνέχεια »Διογκώνω
Διογκώνω : μεγαλώνω, αυξάνω τον όγκο σε κάτι.
Συνέχεια »Διολισθαίνω
Διολισθαίνω : γλιστρώ και ξεφεύγω από την πορεία μου.
Συνέχεια »Διομολόγηση
Διομολόγηση : οι αμοιβαίες συμφωνίες για παροχή προνομίων σε υπηκόους ισχυρών κρατών, που ζουν σε μη αναπττυγμένες χώρες.
Συνέχεια »Διονυσιάζομαι
Διονυσιάζομαι : βακχεύω, οργιάζω, μεθοκοπώ.
Συνέχεια »Τροπικό ακρωτήρι
Το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στην νότια Αφρική, είναι το Εθνικό Πάρκο της δυτικής ακτής, έχει πυκνή βλάστηση και σπάνια είδη φυτών. Αποτελεί ένα μαγευτικό αφρικανικό τοπίο.
Συνέχεια »Διονυσιασμός
Διονυσιασμός : η έξαψη των αισθήσεων που συνοδεύεται από ερωτικό οίστρο, η μανία για απολαύσεις.
Συνέχεια »Πάρκο Ολύμπικ
Το Εθνικό Πάρκο ολύμπικ, βρίσκεται στην Ουάσινγκτον των ΗΠΑ. Έχει πυκνή βλάστηση, την οποία χωρίζει ένας δρόμος στην μέση. Στις πλαγιές του βουνού συνυπάρχουν κοπάδια ελάφια και οι απόγονοι των παλαιών πληθυσμών της Αμερικής.
Συνέχεια »Διόραμα
Διόραμα : θέαμα κατά το οποίο τα όσα παριστάνονται δίνουν την ψευδαίσθηση του πραγματικού λόγω του κατάλληλου φωτισμού.
Συνέχεια »Μεγάλη λίμνη
Στις παρυφές της Τόνλε Σαπ (Μεγάλη Λίμνη), στην Καμπότζη, ζουν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι. Η λίμνη έχει θεμελιώση σημασία για την οικονομία της χώρας, αφού από τις ιχθυοκαλλιέργειες παράγεται το 80% των ζωικών πρωτεϊνών που καταναλώνει ο πληθυσμός.
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο