Κουνουστώ (ρήμα) = κάνω παρέα, συναναστρέφομαι
Συνέχεια »Καρκαλιέμαι
Καρκαλιέμαι (ρήμα) = γελώ (έντονα και με διάρκεια)
Συνέχεια »Καντίζου
Καντίζου (ρήμα) = βάζω ζάχαρη, ζαχαρώνω
Συνέχεια »Κουμάσι
Κουμάσι (το) = περιστερώνας
Συνέχεια »Κολβερτισμός
Η υπέρμετρη προστασία της εθνικής παραγωγής σε βάρος των ομοειδών προϊόντων , που προέρχονται από το εξωτερικό.
Συνέχεια »Καρούτα
Καρούτα (η) = πατητήρι σταφυλιών
Συνέχεια »Κολεκτιβισμός
Το οικονομικοκοινωνικό σύστημα του σοσιαλισμού , όπου εκλείπει η ατομική ιδιοκτησία και οι άνθρωποι παράγουν ανάλογα με τις ικανότητές τους και καταναλώνουν ανάλογα με τις ανάγκες τους .
Συνέχεια »Κουφωτύλι
Κουφωτύλι (το) = ξύλινη τάπα για τόν τίλο (βλέπε τίλος)
Συνέχεια »Κολλυβισμός
Η ανταλλαγή νομισμάτων . Η εργασία του αργυραμοιβού ,κοινώς σαράφη.
Συνέχεια »Κούρπετο
Κούρπετο (το) = μεθυσμένος
Συνέχεια »Κολμπερτισμός
Ειδική μορφή εμποροκρατίας. Η οικονομική αυτή θεωρία είναι εθνικιστικού χαρακτήρα και βασίζεται στην αρχή ότι η πολιτική , η στρατιωτική και η οικονομική ισχύς μιας χώρας είναι στενά συνδεδεμένη με την ποσότητα των πολύτιμων μετάλλων που διαθέτει η χώρα αυτή. …
Συνέχεια »Κουρμάδα
Κουρμάδα (η) = κακότυχη, καϋμένη
Συνέχεια »Κολπισμός
Επώδυνη σύσπαση του μυϊκού τοιχώματος του κόλπου.
Συνέχεια »Κατσιούλα
Κατσιούλα (η) = μάλλινο σκουφί
Συνέχεια »Κομενσαλισμός
Στην οικολογία του ανθρώπου , ο όρος κομενσαλισμός σημαίνει γενικά μια σχέση , που περικλείει και ανταγωνισμό και συνεργασία μεταξύ προσώπων που ανήκουν σε μια ολοκληρωμένη διαίρεση εργασίας . Ο κομενσαλισμός είναι συνώνυμο της συμβίωσης.
Συνέχεια »Καϊπχιώνου
Καϊπχιώνου = κρύβω κάτι ασφαλώς
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο