Όταν μιλεί η γλώσσα σου τον τόπο ομορφαίνεις και όποιος σε ακούσει σε αγαπά και στην καρδιά του μπαίνεις .
Συνέχεια »ΚΟΥΜΠΑΡΕ ΜΕΡΑΚΛΗ
Γεια σου κουμπάρε μερακλή και μπήκες στην καρδιά μου και ώσπου να ζω θα σε αγαπώ είναι δικαίωμα μου .
Συνέχεια »ΑΓΩΓΙ ( ΑΓΩΙ)
Αγώγι ( αγώι ) : το επ’ αμοιβή μεταφερόμενο από ζώο ή όχημα φορτίο .
Συνέχεια »ΑΔΟΚΗΤΟΣ
Αδόκητος : αυτός που δεν αναμενόταν .
Συνέχεια »ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ
Αγωγιάτης : αυτός που μεταφέρει έναντι αμοιβής πρόσωπα ή πράγματα , κυρίως με ζώα ή άμαξα.
Συνέχεια »ΑΔΑΜΑΝΤΟΔΕΣΙΑ
Αδαμαντοδεσία : το δέσιμο , η προσαρμογή δαμαντιών σε κόσμημα .
Συνέχεια »ΑΔΑΜΑΝΤΟΠΟΙΚΙΛΤΟΣ
Αδαμαντοποίκιλτος : αυτός που είναι στολισμένος , διακοσμημένος με διαμάντια .
Συνέχεια »ΑΔΑΜΑΝΤΟΣΤΙΚΤΟΣ
Αδαμαντόστικτος : ο αδαμαντοστόλιστος .
Συνέχεια »ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΤΟΣ
Αδελφοποιτός : αυτός που γίνεται αδελφός με κάποιον με τον οποίο δεν έχει συγγένεια , σε ειδική τελετή όπου αναμειγνύουν το αίμα τους ή δίνουν όρκους αγάπης .
Συνέχεια »ΑΔΕΡΦΟΜΟΙΡΑΔΙ
Αδερφομοιράδι : το μερίδιο κάθε αδερφού από τη μοιρασιά της πατρικής περιουσίας ή κληρονομιάς .
Συνέχεια »ΑΔΗΛΟΣ
Αδηλος : αυτός που δεν είναι φανερός .
Συνέχεια »ΑΔΗΡΙΤΟΣ
Αδήριτος : αυτός που δεν μπορεί να αγνοηθεί , που επιβάλλεται .
Συνέχεια »ΑΔΗΩΤΟΣ
Αδήωτος : αυτός που δεν λεηλατήθηκε , δεν ερημώθηκε από εχθρό .
Συνέχεια »ΑΔΙΑΓΟΥΜΙΣΤΟΣ
Αδιαγούμιστος : αυτός που δεν έχει λεηλατηθεί , διαγουμιστεί .
Συνέχεια »ΑΔΙΑΚΟΡΕΥΤΟΣ
Αδιακόρευτος : (γυναίκα ) που δεν διακορεύτηκε , που διατηρεί άθικτο τον παρθενικό της υμένα , που κατά επέκταση δεν ήλθε σε σεξουαλική επαφή με άντρα .
Συνέχεια »ΑΔΙΑΚΩΛΥΤΟΣ
Αδιακώλυτος : αυτός που δεν παρεμποδίζεται ή δεν έχει παρεμποδιστεί .
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο