Μενού
Αρχική / Ενθετα - Αφιερώματα / Ορκοι / Η έννοια της ορκωμοσίας στους αρχαίους λαούς

Η έννοια της ορκωμοσίας στους αρχαίους λαούς

Κι η μισημένη η Έριδα τον Πόνο γέννησε που βασανίζει, γέννησε
και την Λήθη και την Πείνα, και τις Πληγές που δάκρυ τις ποτίζει,
τους Πόλεμους, τους Φόβους και τις Μάχες και τ’ Αντροσκοτώματα
και τις Φιλονικίες και τ’ απατηλά τα Λόγια και τις Κρισοδικίες και την
Κακονομία και την Απάτη, πούναι συχνά φιλί-κλειδί τα δύο τους,
και τον Όρκο, π’ αλήθεια αυτός τις πιο πολλές έχει σωριάσει συφορές
του ανθρώπου, γιατί αλλοί και τρισαλλοί, σ’ αυτόν που ψεύτικα
-κι είναι εις γνώση του- τον πάρει!”. (Ησίοδος, Θεογονία).

Θρησκεία, ηθική και οργάνωση της κοινωνίας φαίνονται αδιάσπαστα συνδεδεμένα στον θεσμό του Όρκου. Ο ρόλος του είναι να επιβεβαιώσει ότι μία δήλωση είναι απολύτως δεσμευτική, είτε αφορά το παρελθόν, είτε εξηγεί την θέληση για το μέλλον. Στηρίζεται σ’ ένα σύστημα παγκόσμιων διαδεδομένων δοξασιών, σύμφωνα με τις οποίες, οι θεϊκές ή υπερφυσικές δυνάμεις δεν είναι δυνατόν να αμελήσουν το ρόλο τους ως απονεμητών δικαιοσύνης και άρα, τιμωρούν συστηματικά αυτόν, που αφού τις κάλεσε ως μάρτυρες για να αποδείξει την αλήθεια των όσων είπε ή υποσχέθηκε, ψευδορκεί δείχνοντας έτσι πως στερείται κάθε σεβασμού πρός αυτές.

Η λέξη όρκος παράγεται από το αρχαίο ρήμα είργω=περιορίζω, εμποδίζω, από το οποίο παράγεται και η λέξη ειρκτή, σημαίνει ένα μέσο με το οποίο ο ορκιζόμενος δεσμεύεται να πει την αλήθεια, διαφορετικά θα υποστεί κυρώσεις. Επίσης η λέξη έρκος= φραγμός, εμπόδιο, με την οποία συνδέεται ετυμολογικά ο όρκος, σήμαινε αρχικά το πρόσωπο ή το πράγμα που επικαλούνταν ο ορκιζόμενος (συνώνυμη λέξη : τα όρκια).
Είναι ένα είδος δυνητικής αυτοκατάρας, η οποία ενεργοποιείται εναντίον αυτού του ίδιου που ορκίζεται, στην περίπτωση που τον παραβαίνει. Η δέσμευση γίνεται στο όνομα κάποιου θεού.

Ο όρκος έχει μοναδική σπουδαιότητα σε πολιτισμούς χωρίς γραφή, στους οποίους δεν υπάρχουν καταγραφές σαν αποδεικτικά μέσα, ούτε επίσημα έγγραφα, αλλά και στους αρχαίους μεγάλους πολιτισμούς η ύπαρξη γραφής, με μεγάλη βραδύτητα περιόρισε τον όρκο και ποτέ δεν τον εξάλειψε τελείως.

Είναι ένας από τους παλαιότερους ινδο-ευρωπαϊκούς θεσμούς, και ταυτίζεται με τον τύπο εκείνο των δικαστικών δοκιμασιών, όπου με την παρέμβαση της θείας δίκης αποδεικνυόταν η αθωότητα ή η ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κριτής υποβάλλει το άτομο σε μία δοκιμασία, με στόχο να καταλάβει ή όχι αν λέει αλήθεια. Χρησιμοποιούνται πολυάριθμες μέθοδοι. Το άτομο πίνει ένα τοξικό ποτό και παρατηρούνται οι αντιδράσεις του οργανισμού του ή πρέπει να αρπάξει με το χέρι ένα πυρωμένο σίδερο και να διαπιστωθεί αν άφησε ή όχι κόκκινα σημάδια στο χέρι του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η δοκιμασία αντικαθιστά την απόδειξη αθωότητας ή ενοχής, δηλ. για να αποδείξει κανείς τις ικανότητες ή την αθωότητά του πρέπει να δοκιμαστεί.

Στην Ρώμη μία Εστιάδα η Αιμιλία, που η ηθική της αμφισβητήθηκε, επειδή είχε αφήσει να σβήσει η φωτιά λέγεται ότι προσευχήθηκε στην Εστία και έριξε ένα κομμάτι λινό ύφασμα πάνω στα κρύα κάρβουνα. Η φλόγα που πετάχτηκε πιστοποίησε την αθωότητά της. Και υπήρχε και μία άλλη -Τουκκία το όνομά της- που όταν βρέθηκε σε παρόμοια θέση, απέδειξε την αθωότητά της μεταφέροντας από τον Τίβερη ένα κόσκινο γεμάτο νερό, χωρίς να χυθεί ούτε μία σταγόνα.

Aρχή του Όρκου

Οι Όρκοι αρχίζουν με επίκληση των Θεών, πρώτα των αρμόδιων θεοτήτων και ύστερα όλων των άλλων. Όλοι τους καλούνται αυτήν την επίσημη στιγμή σαν Μάρτυρες πως ο όρκος θα τηρηθεί. Στην Ιλιάδα βλέπουμε τον Αγαμέμνονα να δέεται στον Δία που είναι ο αρμόδιος των Ελλήνων θεός και παράλληλα γίνεται επίκληση του Ηλίου-ουρανού, της γης με τους ποταμούς και του Κάτω κόσμου, δηλ. ένας όρκος που βάζει μάρτυρα ολόκληρο το σύμπαν.

Ψηλά τα χέρια σήκωσεν ο Ατρείδης κι εδεήθη :

Δία πατέρα δοξαστέ, μεγάλε, όπου δεσπόζεις
από την Ιδην, κι Ηλιε, που ακούς και βλέπεις όλα
και ποταμοί, και γη, και σεις θεοί, που εκεί στον Άδη
καθ’ επιόρκου την ψυχήν ως πρέπει τιμωρείτε,
γίνεστε τώρα μάρτυρες και φύλακες των όρκων”. (Ιλιάδα 275-280).

Ο Όρκος του Αγαμέμνονα δείχνει την βαθιά θρησκευτική σημασία με την οποία έχει επενδυθεί ο όρκος στις αρχαϊκές κοινωνίες.
Στον Όρκο του Ιπποκράτη γίνεται επίκληση των θεών που προστατεύουν τους γιατρούς και αμέσως ύστερα όλων των θεών και θεαινών :

“Ορκίζομαι στον Απόλλωνα τον γιατρευτή και στον Ασκληπιό
και στην Υγεία και στην Πανάκεια και σ’ όλους τους θεούς και σ’ όλες
τις θεές και μάρτυρες τους βάζω, πως θα εκτελέσω τον όρκο μου
αυτό και αυτό μου το συμβόλαιο, όσο οι δυνάμεις και η κρίση μου το
επιτρέπουν”. (αρχή όρκου Ιπποκράτη)

Ανέκαθεν ήταν δυνατόν διάφορα αντικείμενα να αναχθούν σε μάρτυρες του όρκου. Η Ήρα ορκίζεται στο κεφάλι του Διός και στην συζυγική κλίνη, ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα ορκίζεται στο σκήπτρο του, το οποίο δεν πρόκειται να ανθίσει ποτέ. Το σκήπτρο, που αντιπροσωπεύει εδώ τον όρκο, επενδύεται με την θεϊκή δύναμη και επιφορτίζεται να τιμωρήσει τον Ατρίδη αν επιορκήσει:

“αλλά έναν λόγο θα σου ειπώ, και ομόνω μέγαν όρκο,
ναι, μα το σκήπτρο τούτ’ όπου κλαδί δεν βγάζ’ ή φύλλα,
καθώς αφήκε τον κορμόν στα όρη εκεί που εκόπη,
και δεν θ’ αναχλωράνει, αφού τα φύλλα και το φλούδι
γύρω του ελέπισε ο χαλκός, και το φορούν στο χέρι
οι δικαιοκρίτες Αχαιοί τους νόμους να φυλάγουν,
όπως τους έδωκεν ο Ζευς, και θά’ ναι μέγας όρκος,
θ’ αποζητήσουν οι Αχαιοί μιά μέρα τον Πηλείδη
όλοι και συ περίλυπος την δύναμη δεν θάχεις
να τους βοηθείς, όταν πολλούς θα στρώσει χάμω η λόγχη
του ανθρωποφόνου Έκτορος και θα σε τρώγει ο πόνος,
που αψήφησες των Αχαιών τον πρώτο πολεμάρχον.
Είπε και χάμω επέταξε το χρυσοκαρφωμένο
σκήπτρο και πάλι εκάθησε”. (Ιλιάδα Α 233-246).

Θυσία Όρκου

Συνήθως ο όρκος συνοδεύεται από θυσία ζώου με σπονδή. Η σπονδή εμφανίζεται κυρίως κατά την ανακωχή και την σύναψη ειρήνης, κατά τις οποίες τίθεται τέλος στην αιματοχυσία. Η Ιλιάδα περιγράφει κατά τρόπο παραδειγματικό μία θυσία όρκου :

“Σηκώθη τότε ο κραταιός Ατρείδης και σιμά του
σηκώθη ο θείος Οδυσσεύς. Οι κήρυκες εφέραν
των θείων όρκων τα σφαχτά και αφού μες τον κρατήρα
εσυγκεράσαν το κρασί, το νίψιμο κατόπι
εις τές παλάμες έχυναν των θείων βασιλέων.
κι έσυρ’ ο Ατρείδης μάχαιραν πού πάντοτ’ εκρεμόταν
εις την λαβήν του ξίφους του και απέκοψε τές τρίχες
απ’ των κριών τές κεφαλές, και αφού τές διαμοιράσαν
οι κήρυκες στους αρχηγούς των Αχαιών και Τρώων”. (Ιλιάδα Γ 266-274).
…………………………………………………………………………
Είπε και με το αλύπητο μαχαίρι τα κριάρια
έσφαξε και σπαρταριστά ξαπλώθηκαν στο χώμα
χωρίς πνοή, άμα ο χαλκός την δύναμη τους πήρε
και απ’ τον κρατήρα παίρνοντας κρασί με τα ποτήρια
το χύναν και προσεύχονταν και Αχαιοί και Τρώες. (Ιλιάδα Γ 292-296)
…………………………………………………………………………
“και αρνάδα ολόμαυρην της Γης, κάτασπρο αρνί του Ήλιου
φέρετε σεις, και του Διός εμείς θα φέρωμ’ άλλο
και ας έλθει ο Πρίαμος, αυτός να κάμει την θυσίαν
των όρκων, ότ’ είναι άπιστα και αυθάδη τα παιδιά του,
μην ασεβήσουν άνομα στους όρκους του Κρονίδη”. (Ιλιάδα Γ 103-107).

Η θυσία του όρκου περιελάμβανε βασικά στοιχεία κοινά με την κανονική θυσία ζώων, υπογραμμιζόταν όμως η πλευρά του φόβου και της καταστροφής. Το αίμα έρεε σε ένα δοχείο και τα χέρια εβαπτίζονταν εκεί. Ουσιώδης είναι ο διαμελισμός του ζώου : έλεγαν ότι “τέμνουν τα όρκια”. Ο ορκισμένος πατούσε πάνω στα “κομμένα μέρη”, και μάλιστα πάνω στα γεννητικά όργανα του θύματος. Έτσι η αιματοχυσία συνοδευόταν από ευνουχισμό.

Δεν είναι βέβαιο αν επιτρεπόταν να φάει κανείς από την θυσία του όρκου. Στην Ιλιάδα ο Πρίαμος παίρνει το ζώο της θυσίας μαζί του, πιθανόν όμως για θρησκευτική χρήση,

“Είπε, στ’ αμάξι τους κριούς επήρε ο θείος άνδρας,
ανέβει και τους χαλινούς ετέντωσεν οπίσω” (Ιλ. Γ 310-311)

ενώ κατά τον όρκο καθαρμού του Αγαμέμνονα, ο κάπρος που θυσιάστηκε ρίχνεται στην θάλασσα:

“Είπε, τον χοίρον έσφαξε με την σκληρή λεπίδα
και στους αφρούς της θάλασσας τα ψάρια να τον φάγουν
τον έριξε ο Ταλθύβιος. (Ιλ. Τ 265-268).

Συχνά δίνονται όρκοι με την ευκαιρία μιας κανονικής θυσίας “πάνω από τα καιόμενα θύματα”, “κατά την ολοκλήρωση της θυσίας”. Σ’ αυτόν που θα ορκιστεί του δίνουν να κρατάει στο χέρι τα σπλάχνα του ζώου, καρδιά και συκώτι, για να γίνει η επαφή του με το ιερό, απολύτως αισθητή:

Επτά αρχηγοί και πόλεμο πνέοντας σε μαύρης ασπίδας το κοίλωμα έσφαξαν ταύρο. Και τα χέρια τους βάζοντας στο αίμα ορκίστηκαν στον Άρη, στην Ενυώ και στον Φόβο τον άγριο ή να πέσουν και το αίμα τους λίπασμα ή το ξεπάτωμα και ολότελο άρπαγμα (Αισχ. Επτά επί Θήβας).

Επιορκία – Αυτοκατάρα

Η επιορκία, το να πατήσεις τον όρκο σου αποτελεί παράπτωμα εναντίον των θεών. Τα αντίποινα σε αυτήν την περίπτωση δεν επιβάλλονται από τους ανθρώπους αλλά από τις θεϊκές δυνάμεις, εφόσον εκείνες καλούνται να παίξουν τον ρόλο των εγγυητών του όρκου. Κανένας αρχαίος ινδο-ευρωπαϊκός κώδικας δεν προβλέπει ποινή για την επιορκία, η τιμωρία της επιορκίας είναι υπόθεση των θεών. Το να δεσμεύεται κανείς με όρκο, σημαίνει πως εκ των προτέρων εγκαταλείπεται στην θεϊκή εκδίκηση, εφόσον καλεί τους θεούς να είναι παρόντες στην πράξη που δεσμεύει.

Ο Ησίοδος στην Θεογονία θεωρεί την επιορκία το κατεξοχήν παράπτωμα, υπαίτια της αυστηρότερης δυνατής ποινής που επιφυλάσσουν στον άνθρωπο οι θεοί :

….και τον όρκο, που αλήθεια αυτός τις πιο πολλές έχει σωριάσει συφορές
του ανθρώπου, γιατί αλλοί και τρισαλλοί σ’ αυτό που ψεύτικα τον πάρει. (Θεογονία)

Όταν περιγράφει την προοδευτική έκπτωση και παρακμή του ανθρώπινου γένους γράφει :

Καμία τιμή δεν θάχει πια τον λόγο όποιος κρατάει και μήτε ο δίκαιος
και ο αγαθός, μα τον κακούργο πιο πολύ και τον ανήθικο θέ να τιμήσουν.

Το μόνο δίκαιο θάναι η δύναμη, και η συναίσθηση του αληθινού δικαίου
δεν θα υπάρχει. Και θα συντρίβει ο δειλός τον γενναίο άνδρα, δόλια λόγια πλέκοντας,

κι όρκο γι αυτά θα παίρνει . (Εργα και Ημέραι 190-194).

Όταν ορκίζονταν οι Μολοσσοί, έφερναν ένα βόδι και ένα κύπελλο γεμάτο κρασί. Κατόπι τεμάχιζαν το βόδια σε μικρά κομμάτια και εύχονταν έτσι να κομματιαστούν οι επίορκοι. Άδειαζαν την κούπα και εύχονταν έτσι να χυθεί το αίμα του επίορκου.

Ο βασιλιάς της Θράκης Λυκούργος πρόδωσε την συμμαχική σύμβαση που είχε συνάψει με μάρτυρα τον θεό Διόνυσο και εξοργισμένος ο θεός τον τιμωρεί άγρια τυφλώνοντας και βασανίζοντάς τον προτού τον θανατώσει. Ο βασιλιάς της Κρήτης Μίνωας τάζει στον Ποσειδώνα, δωρητή του ταύρου που έγινε αιτία να σφετεριστεί την βασιλική εξουσία, να του θυσιάσει το ζώο. Αθετεί όμως την υπόσχεσή του και ο Ποσειδώνας τρελαίνει τον ταύρο. Η Πασιφάη τρελαίνεται για το ζώο ενώνεται μαζί του και αποκτά τον Μινώταυρο.

Στο έργο του Ξενοφώντα “Κύρου ανάβαση” ο Κλέαρχος συζητά με τον Τισσαφέρνη λέγοντας : “εγώ Τισσαφέρνη, γνωρίζω ότι οι μεταξύ μας όρκοι έχουν γίνει και χειραψίες έχουν ανταλλαγεί με διαβεβαιώσεις ότι δεν θα θελήσομε να βλάψομε οι μεν τους δε. Πρώτον δηλαδή και αυτό είναι το σπουδαιότερο, οι προς τους θεούς όρκοι μας εμποδίζουν να είμαστε εχθροί μεταξύ μας. Άνθρωπο που έχει την συναίσθηση ότι έχει φανεί αδιάφορος προς τους θεούς, αυτόν εγώ ποτέ δεν θα τον χαρακτήριζα ως ευτυχή. γιατί στον πόλεμο με τους θεούς δεν ξέρω ούτε ποιού είδους ταχύτητα και να χρησιμοποιεί κάποιος μπορεί να ξεφύγει, ούτε σε ποιού είδους σκοτάδι μπορεί να κρυφτεί για να σωθεί. Γιατί όλα παντού και πάντα είναι στους θεούς υποχείρια και όλα παντού και πάντα οι θεοί εξουσιάζουν. Σχετικά λοιπόν με τους θεούς και τους όρκους αυτά φρονώ”.
(Βιβλ. Β’ Κεφ. Ε)

Οι όρκοι περιέχουν και μία αυτοκατάρα, δηλ. αυτός που ορκίζεται και καλεί τους θεούς για μάρτυρες γι αυτό, καταριέται τον εαυτό του σε περίπτωση που αθετήσει τον όρκο του . Βλέπουμε στον όρκο του Ιπποκράτη :

Όσο τον όρκο μου αυτόν θα κρατώ και δεν θα τον πατάω, άμποτε να χαίρομαι την ζωή και την τέχνη μου, έχοντας πάντα καλό όνομα ανάμεσα στους ανθρώπους.

Αν όμως παραβώ τον όρκο μου και τον πατήσω, να μου συμβούν ακριβώς τα αντίθετα.

Στην Ιλιάδα βλέπουμε τον Αγαμέμνονα να ορίζει τους όρους της συνθήκης μεταξύ Αχαιών και Τρώων και να θυσιάζει τα κριάρια, ενώ οι Αχαιοί και οι Τρώες παίρνοντας με τα ποτήρια τους κρασί και χύνοντάς το στην γη, εύχονται στους θεούς και ορκίζονται με την σειρά τους :
και αυτές προφέρναν τές ευχές :

“Ω ύψιστε Κρονίδη,
και όλοι οι αθάνατοι θεοί, των δολερών που πρώτοι
επιορκήσουν ο μυελός να ρεύσει καθώς ρέει
τούτ’ όπου χύνω το κρασί, και αυτών και των παιδιών τους
και αγκάλες άλλων να χαρούν τα έρμα θηλυκά τους”. (Ιλ. Γ 297-301).

Αργότερα η συνηθισμένη κατάρα ήταν να βρει τον επίορκο και μαζί και όλη την γενιά του πλήρης καταστροφή (εξώλεια), το ξερίζωμα της οικογένειας, που αντιστοιχεί στον ευνουχισμό.

Η προσωποποίηση ή και η πραγματοποίηση του όρκου από την μυθική φαντασία, που τον αναπαριστά άλλοτε με την μορφή αυτόνομης θεότητας, άγριας και καταστρεπτικής, άλλοτε πάλι με την μορφή αντικειμένου προικισμένου με δύναμη που τιμωρεί την επιορκία, είναι μία ένδειξη του ιερού και μυστικιστικού χαρακτήρα που αποδίδεται στον όρκο.

Ο θεσμός αυτός παίζει σημαντικότατο ρόλο στην φιλοσοφία του Εμπεδοκλή, της οποίας αποτελεί ουσιαστικό στήριγμα, θεωρούμενος ως θεμέλιο των παγκόσμιων νόμων. Συχνά οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται στο παρακάτω απόσπασμα του Εμπεδοκλή. Το βρίσκουμε ολόκληρο πλατειά σχολιασμένο στον Πλούταρχο :

“Είναι κάποιος χρησμός της Ειμαρμένης, πανάρχαιο και αιώνιο ψήφισμα
των θεών, σφραγισμένο με μεγάλους όρκους, αν κάποια ψυχή, που της
έλαχε ο κλήρος της ζωής, αμαρτήσει και μιανθεί με φονικό αίμα ή γίνει
επίορκη, να περιπλανιέται για δέκα χιλιάδες χρόνια μακριά από τους
Μακαρίους, και να ξαναγεννιέται μέσα στον χρόνο, παίρνοντας όλες τις
θνητές μορφές και αλλάζοντας όλους τους πολυστέναχτους δρόμους της
ζήσης.

Γι αυτό η δύναμη του Αιθέρα τη βυθίζει μέσα στην θάλασσα, η
θάλασσα την ξερνάει πάνω στη Γη, η Γη τη ρίχνει μέσα στις φλόγες του
πύρινου Ήλιου, και την ξανατινάζει μέσα στην άβυσσο του Αιθέρα. Ο ένας
την παίρνει από τον άλλο και όλοι την αποδιώχνουν με βδελυγμία. Μία
τέτοια ψυχή είμαι τώρα κι εγώ, εξόριστος από τους θεούς και πλανήτης,
γιατί παρασύρθηκα από το μαινόμενο Μίσος….”.

Ερινύες- Μοίρα- Δίκη

Οι Ερινύες ενδιαφέρονται για τον όρκο ήδη από την στιγμή που δίνεται, προειδοποιεί ο Ησίοδος:

“Τίς Πέμπτες του μήνα να φυλάγεσαι, γιατί είναι φοβερές και κακορίζικες.
Είναι η Πέμπτη μέρα καθώς λένε, η μέρα που τριγυρίζουν οι Ερινύες τη
γέννηση του Όρκου, που η Έριδα τον γέννησε, κακό μεγάλο στους
επίορκους”.

Στην Ιλιάδα βλέπουμε τον όρκο του Αγαμέμνονα που αναφέρεται σε αυτές:

“κι έσυρε ο Ατρείδης μάχαιραν οπού σιμά στην θήκην
του ξίφους είχε πάντοτε, και αφού απαρχές του χοίρου
τές τρίχες έκοψε μ’ αυτήν, κι υψώνοντας τα χέρια
προς τον Κρονίδη εύχονταν, και όλοι τον βασιλέα
ήσυχοι άκουαν αυτού με τάξιν οι Αργείοι.
Και αυτός τον μέγαν ουρανό κοιτάζοντας ευχόνταν:
Μάρτυς μου ο Δίας, των θεών ο εξαίσιος, ο πρώτος,
η Γη και ο Ήλιος και οι θεές, οπού στα καταχθόνια
τους επιόρκους τιμωρούν, οι μαύρες Ερινύες,
που χέρι εγώ δεν άπλωσα στην κόρη του Βρισέως
της κλίνης το αγκάλιασμα, είτ’ άλλο ν’ απολαύσω
αλλ’ έμεινεν αμάλακτη κει μέσα στές σκηνές μου,
και αν ψεύδομαι από τους θεούς να πάθ’ ότι παθαίνει
ο ασεβής που ψεύτικα το όνομά τους λέγει”.

Οι Μοίρες και οι Ερινύες σχετίζονται στενά στην Ελληνική Μυθολογία. Ο Αισχύλος λέει πως τον κόσμο τον κυβερνούσαν στην αρχή οι τρεις Μοίρες και οι αλησμόνητες Ερινύες, που ήταν πιο δυνατές από τον Δία. -Και ποίος ορίζει το τιμόνι της ανάγκης;

-Οι τρεις θεές οι Ερινύες που δεν ξεχνούνε

-Ώστε απ’ τις μοίρες πιο αδύνατος ο Δίας; (Αισχ. Προμηθέας 531-534)
Οι Ερινύες ξεχωριστή τους ασχολία έχουν να τιμωρούν, την ψευδορκία, την άστοργη διαγωγή των παιδιών, την αφιλοξενία τον φόνο ενός συγγενή. Τα τρία πρώτα αδικήματα αντιστοιχούν στους τρεις άγραφους νόμους των Ελευσινίων και Ορφικών Μυστηρίων : “Τίμα τους Θεούς, τίμα τους γονείς σου, τίμα τον ξένο”. Οι ποινές που βάζανε ήταν φρενόκρουσμα, πείνα, στειρότητα, θανατικό. Αρχικά πίστευαν πως ενεργούσαν άμεσα προκαλώντας τον θάνατο του αδικητή. Αυτό εξηγά τον ρόλο τους στην θεοκρισία με όρκο, που λεγόταν ότι είχε θεσπιστεί από τον Ραδάμανθυ, τον μυθικό νομοθέτη της Μινωικής Κρήτης. Ο κατηγορούμενος ξεφωνούσε μία κατάρα ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό, δεόταν αν ήταν ένοχος να χαθεί μαζί με το γένος του.

Οι Ερινύες προβάλουν χτυπητά στον μύθο του Οιδίποδα, που ανήκε στον οίκο του Κάδμου. Από τον πατέρα του τον Λάιο κληρονόμησαν αυτός, και οι γιοι του ύστερα από αυτόν μία κατάρα, σωματωμένη στην Ερινύα, που στο τέλος κατάστρεψε την δυναστεία. Αυτή ήταν η Δελφική παράδοση.

Οι Ερινύες συνταιριαζόταν με την Δήμητρα και την Περσεφόνη. Στον Όμηρο μοιράζονται με την Περσεφόνη το καθήκον να τιμωρούν τις ψυχές των επιόρκων . Στην Ιλιάδα λέει ο Φοίνικας στον Αχιλλέα :

“Το νόησε ο πατέρας μου κι επρόφερε κατάρα,
στην κεφαλήν μου τές φρικτές καλώντας Ερινύες,
στα γόνατά του, σπέρμα μου ποτέ να μην καθίσει
κι ενέργησαν οι αθάνατοι την πατρική κατάρα
ο χθόνιος Ζευς κι ή άσπονδη στον Άδη Περσεφόνη (Ιλ. Ι 453-457)

Η Αρκαδική Δήμητρα ονομαζόταν “Ερινύς”. Οι Ερινύες είναι οι Μοίρες της Μινωικής Κρήτης. Η λέξη “ερινύς” περιλαμβάνει την σημασία της τρέλας, όπως δείχνεται από την λατινική λέξη Furia και την ελληνική λέξη “ερινύω=φρενιάζω”.

Ο Ηράκλειτος έλεγε πως αν ο Ήλιος ξεπερνούσε τα ορισμένα “μέτρα” του θα τον έβρισκαν οι Ερινύες βοηθοί της Δίκης. Η Ιδέα του μέτρου είναι μεθομηρική εξέλιξη της “Μοίρας”. Η Δίκη έχει αναλάβει τις λειτουργίες της Μοίρας και οι δύο σχετίζονται με τις Ερινύες. H φύση της σχέσης φαίνεται πως είναι ότι, κάθε φορά που η μοίρα προσβάλλεται με το ξεπέρασμα των ορίων που τάχθηκαν στην ανθρώπινη διαγωγή, η πραγματική τιμωρία του άδικου, αφήνεται στις Ερινύες. Οι Μοίρες προστάζουν, οι Ερινύες εκτελούν.

“Κι όποιον χτυπήσει το κακό δεν θάχει να σηκώσει κατάρα
Ω Δίκη θεά, των Ερινύων εκδίκηση (Αισχ. Ευμένιδες 514)

Για αυτό στην Ιλιάδα είναι οι Ερινύες που κάνουν το άλογο του Αχιλλέα να σωπάσει, αφού είπε όλα όσα ήταν μοιραμένο να πει.   “κι ως είπε τούτου την φωνή του κόψαν οι Ερινύες” (Ιλ. Τ 417)

Η λέξη Δίκη χρησιμοποιείται στον Όμηρο για να σημάνει έναν “τρόπο” ή “συνήθειο”, ή ακόμα μία “κρίση”. Η σημασία της ρίζας του “δίκη” είναι “μονοπάτι”. Συγγενεύει με το δείκνυμι (λατινικά dico)=”προσδιορίζω” ή “δείχνω”- “δείχνω τον δρόμο”. Δίκην διώκω τινά σημαίνει, στην κυριολεξία, “κυνηγώ έναν άνθρωπο στο μονοπάτι”, “τον αποδιώχνω”.

Η ανεύρεση του δρόμου είναι σημαντικό πράγμα και στις Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες η λέξεις για το “μονοπάτι” είναι πολύ παλιές. Το ξεστράτισμα από τον πατημένο δρόμο ήταν επικίνδυνο και στην παλιά Αττική καταριόταν εκείνους που αρνιόταν να δείξουν στους ξένους τον δρόμο. Το πέρασμα από τον “δρόμο”, με την σημασία της στράτας, στον “δρόμο” με την σημασία του “δάρμα”, είναι μία λογική πρόοδος από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο. Μια ίσια κρίση είναι ένδικος, “στο δρόμο”, μία στραβή είναι έκδικος “έξω από τον δρόμο”. Έτσι η προσωποποίηση της Δίκης σαν θεά της τιμωρίας ή της κρίσης φέρνει στην διατύπωση της αφηρημένης ιδέας της δικαιοσύνης. Η Δικαιοσύνη είναι η Αρετή που όταν την έχει κανείς είναι σαν να έχει όλες τις αρετές μαζί (ΜΑΑΤ). Αυτήν την Δικαιοσύνη διεκδικεί αυτός που Ορκίζεται.

Ο Ησίοδος στα Έργα και Ημέραι αναφέρει :

” Η δικαιοσύνη όταν έρθει η ώρα της θριαμβεύει ενάντια στην
αδικία, μα σαν το πάθει πια κανείς και άμυαλος να είναι το
καταλαβαίνει. Αμέσως βρίσκεται επί τόπου Όρκος, τρέχοντας
στ’ αχνάρια των άδικων κρίσεων, ενώ το κλάμα υψώνεται της
Δικαιοσύνης που εδώ κι εκεί σέρνεται, όπου την οδηγούν
εκείνοι που καταβροχθίζουνε τα δώρα και λύνουνε τα διάφορα
με τις κρισοδικιές τις άδικες”. (219-221)

Ο Δίας έδωσε για τους έλληνες την δικαιοσύνη στους ανθρώπους που είναι πιο πολύ και πάνω από όλα, το πρώτο από τα αγαθά. Είναι ο θεός που διατηρεί τις ανθρώπινες κοινωνίες, προστατεύει τους νόμους που πάνω σ’ αυτούς οι κοινωνίες στηρίζονται. Ο Όρκος προσωποποιημένος είναι ο θεϊκός θεσμός που δόθηκε στους ανθρώπους από τον Δία. Οι συμφωνίες ανάμεσα στους ανθρώπους γίνονται υποχρεωτικές με μία ιερή υποχρέωση μόλις τοποθετηθούν με τον όρκο κάτω από την επίβλεψη μεγάλων θεοτήτων και ιδιαίτερα του Δία, που συχνά υποδείχνεται με τα επίθετα Ορκιος και Πίστιος, δηλ. θεός προστάτης του νόμου και του λόγου που επισφραγίστηκαν με όρκο: “Και όμως θα μιλήσω και μάλιστα ενώπιον του Ορκίου Δία” λέει ο Νεοπτόλεμος στον Φιλοκτήτη, και σε μία άλλη τραγωδία του Σοφοκλή ο Θησέας βεβαιώνει : “και ταύτα ο θεός (δαίμων) τ’ άκουσε απ’ το στόμα μας κι ο όρκος του Δία που τα πάντα ακούει”. (Στο αρχαίο κείμενο ο Όρκος με κεφαλαίο, ταυτίζεται με τον γυιό του Δία).

Υπάρχουν δύο δυνάμεις που παρασύρουν τον άνθρωπο στην επιορκία και στον χαμό του. Είναι η Ατη και η Λήθη. Δύο Οντότητες που ανήκουν στην γενιά της Νύχτας και έχουν συγγένεια με το Σκότος, αφού και οι δύο εκφράζουν το σκοτεινό σύννεφο που πέφτει πάνω στον ανθρώπινο νου, τον τυλίγει μονομιάς με σκοτάδια. του κρύβει τον σωστό δρόμο της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης και τον παρασέρνει στον χαμό του. Η Ατη και η Λήθη δεν είναι μόνο λησμονιά και σφαλερό πνεύμα : είναι συνάμα και το αμάρτημα, καθώς και το μίασμα, η τιμωρία και ο θάνατος που πηγάζουν από αυτό. Στους Καθαρμούς του Εμπεδοκλή η ψυχή που περιπλανιέται εξόριστη στο λιβάδι της Ατης είναι ένας δαίμων που αμαρτήσας κηλιδώθηκε με φοβερό μίασμα : ή έχυσε αίμα ή έδωσε ψεύτικο όρκο. Και στις δύο περιπτώσεις η σημασία του αμαρτήματος είναι η ίδια : μία έριδα, μία φιλονεικία (νείκος) γεννήθηκε στον κόσμο των θεών. που πρέπει να γνωρίζει μόνο την καθαρή “φιλία”. Εκείνοι που δόθηκαν για μία στιγμή στο μίσος και υποχώρησαν στο “νείκος” γκρεμίστηκαν σ’ αυτό το λιβάδι της Ατης, που όλα τα στοιχεία μισούν το ένα το άλλο.

Όρκος των Θεών

Και πάλι στην Θεογονία αναφέρεται ότι οι ίδιοι οι θεοί σε περίπτωση φιλονικίας μεταξύ τους, καταφεύγουν στον όρκο, επιτρέποντας στον Δία να κρίνει ποιός έχει δίκιο και ποιός έχει άδικο. Η ποινή που επιβάλλεται στη θεότητα που επιορκεί είναι βαρύτατη :

“Τότε για να μάθει ποιός είπε ψέματα από αυτούς πόχουνε του Ολύμπου
τα παλάτια, ο Δίας στέλνει την Ίριδα να φέρει τον θείο τον μέγα όρκο,
μακριάθε σε σταμνί χρυσό, το ξακουσμένο κρύο νερό, που από πανύψηλο ένα βράχο κατακόρυφο κυλάει. Είναι ένα παρακλάδι του Ωκεανού π’ άφθονα από τον ιερό ποταμό, κατ’ από την παλίνδρομη τη γη κυλά μέσ’ απ’ την μαύρη νύχτα…Όποιος λοιπόν από τους θεούς, πόχουνε την κορυφή του χιονισμένου Ολύμπου χύνει νερό απ’ αυτό για να ορκιστεί σε ψέμα, ακέριο χρόνο κείτεται χωρίς πνοή. Δεν φέρνει μήτε μια φορά για να τραφεί την αμβροσία στα χείλη του ή το νέκταρ. Κείτεται σε μια στρωμασιά χωρίς αναπνοή, δίχως φωνή, μια φοβερή παράλυση τα μέλη του σκεπάζει.

Μα σαν τελειώσει το κακό σ’ ολόκληρο ένα χρόνο, τον περιμένουν άλλοι
κι άλλοι φοβερότεροι άθλοι. Εννιά χρόνια, στέκει μακριά από τους θεούς
που ζούνε, κι ούτε ποτέ που παίρνει μέρος στα συμβούλια και στα
συμπόσια τους, εννιά χρόνια ολόκληρα. Στο δέκατο όμως παίρνει πάλι
μέρος στις συναθροίσεις των αθανάτων που διαφεντεύουν τ’ ανάκτορα του Ολύμπου. Τέτοιον έβαλαν όρκο φοβερό οι θεοί, της Στύγας το αιώνιο
παμπάλαιο νερό, κι αυτό κυλάει ανάμεσα από τον κατάξερο τόπο. (Θεογονία 782-806).

Η αυστηρότητα της ποινής είναι ανάλογη με την βαρύτητα που καταλογίζεται στο παράπτωμα της επιορκίας. Η επί εννιά χρόνια απομόνωση του επίορκου θεού και η αποκοπή του από κάθε ζωτική λειτουργία ισοδυναμεί με μία περίοδο κοινωνικού και φυσιολογικού θανάτου. Αυτή είναι η πιο αμείλικτη τιμωρία, που μπορεί να δοθεί σε έναν Ολύμπιο. Ας σημειωθεί ότι η τιμωρία συνίσταται σε μία σειρά στερήσεων που πλήττουν την στοματική ζώνη : δεν τρώει, δεν μιλά, δεν αναπνέει δεν πίνει. Η ίδια αυτή ζώνη αποτελεί το όργανο με το οποίο προφέρεται ο όρκος.

Η ίδια η Ήρα κάνει τον πιο μεγάλο όρκο στην Ιλιάδα. Ορκίζεται στον Ουρανό και στην πηγή του κάτω κόσμου, την Στύγα :

Είπε κι η μεγαλόφθαλμη θεά πάγωσεν όλη,
και προς αυτόν απάντησε με λόγια φτερωμένα :
“Μάρτυς μου η γη και ο ουρανός πλατύτατος επάνω
και της Στυγός τα ρεύματα, που χύνονται στον Αδη,
οπού ναι πρώτος και φριχτός των Αθανάτων όρκος,
και η ιερή σου κεφαλή και η νυμφική μας κλίνη,
που όρκον σε κείνην ψεύτικο, δεν θάκανα ποτέ μου”. (Ιλιάδα Ο 34-40).

Υπάρχει μία ερμηνεία από τον Jean Rierre Vernant, ότι η Στύγα είναι ο Αμέλητας ποταμός της Πολιτείας του Πλάτωνα, αφού μάλιστα στην Πολιτεία οι ψυχές αμέσως μόλις πιουν το νερό του ποταμού, αποκοιμιούνται πέφτοντας σε κώμα, ανάλογο με εκείνο που τυλίγει με σκοτάδι τους ένοχους θεούς της Θεογονίας. Παρόλες τις βροντές και τους σεισμούς οι ψυχές δεν ξυπνούν κατά την διάρκεια του ταξιδιού προς την γέννηση.

Η αμέλεια (Αμέλης)=χαλαρότητα και η λήθη πλημμυρίζει τις ψυχές που ήπιαν χωρίς μέτρο από τον ποταμό Αμέλητα, γιατί κάθε ανησυχία έχει χαθεί μέσα τους. Η αμέλεια θα μπορούσε να οριστεί σαν το αντίθετο της πνευματικής ανησυχίας, αυτής της ψυχικής ταραχής που ο φιλόσοφος έχει σαν αποστολή του να προκαλέσει.

Μαρτυρίες Όρκων σε αρχαίους λαούς

Οι όρκοι των μυστών των Ελευσινίων Μυστηρίων ήταν διάφοροι, ανάλογα με τον βαθμό μύησης καθενός. Ο Όρκος των απλών μυήσεων , ο λεγόμενος Ορφικός Όρκος, ήταν:

“Σε εξορκίζω στον Ουρανό, που είναι έργο μεγάλου σοφού,
σε εξορκίζω στην φωνή του Μεγάλου Πατέρα, που λάλησε
για πρώτη φορά, όταν τον κόσμο όλο εστήριξε στις βουλές του”.

Ο Όρκος των ανώτερων βαθμών ήταν :

“Σε εξορκίζω στον γεννήτορα των Αθανάτων, τον Αιώνιο, στο Πυρ
και το Ύδωρ, την Γη και τον Ουρανό την Σελήνη και τον Ήλιο, τον
Μέγα Δημιουργό του Φωτός και στη σκοτεινή Νύχτα”.

Μία άλλη μαρτυρία από την Αίγυπτο, που σώζεται σε δύο παραλλαγές, είναι ο όρκος μυστικότητας που αποσπάται από τους μύστες στην τελετή μυήσεως και ονομάστηκε όρκος των μυστών της Ίσιδος από τον Merkelbach. O στερεότυπος τύπος του όρκου κάνει εντυπωσιακή έκκληση στον δημιουργό θεό “ο οποίος χώρισε τη γη από τον ουρανό, το σκοτάδι από το φως” και ούτω καθεξής και απροσδόκητα προσθέτει :

“Ορκίζομαι επίσης στο όνομα των θεών που τιμώ”. οι ερμηνευτές προσπάθησαν να προσεγγίσουν τους θεούς αυτούς, υποδεικνύοντας άλλους Αιγυπτίους θεούς, όπως τον Αρποκράτη (θεό της μυστηριακής σιωπής), τον Αννουβι ή τον Θώτ. Η προσέγγιση αυτή παραβλέπει την παράδοση του τυπικού των όρκων, το οποίο έχει παρόμοιες διατάξεις από την αρχαιότητα : κάθε εταίρος πρέπει να ορκιστεί τον μεγαλύτερο “τοπικό όρκο”, διότι μόνο ένας τέτοιος όρκος στους οικείους για τον καθένα θεούς “τους οποίους τιμώ”, αποτελεί σοβαρή υποχρέωση. Ο μυστηριακός όρκος, συμμορφώνεται με το έθιμο αυτό.

Την θεά Εστία την επικαλούνταν σαν μάρτυρα των όρκων, συνάμα με τον Δία. Στην Ρώμη, οι Ιέρειες της ορκισμένες με όρκους αγνότητας είχαν την βαριά ευθύνη να μην αφήσουν να σβήσει η ιερή φωτιά στο ναό της Εστίας. Σε όλα τα δημόσια καθήκοντα που επιτελούσαν υπήρχε μία πρωταρχική ιδέα ότι τα τρόφιμα και η διατροφή του κράτους, που η ιερή φωτιά ήταν το σύμβολό του εξαρτιόταν από την ακριβή εκτέλεση των καθηκόντων τους, που θα επέτρεπε και την διατήρηση του κράτους. Αλλά η διατήρηση αυτή βασιζόταν και στον όρκο αγνότητάς τους, επειδή η αγνότητα των Εστιάδων ήταν ένδειξη και εγγύηση για την υγεία και την σωτηρία της ίδιας της Ρώμης. Η Εστιάδα που παραβίαζε τον όρκο αγνότητας θαβόταν ζωντανή.

Οι Αθηναίοι, ορκίζονταν στον Δία, τον Απόλλωνα, και την Δήμητρα: “Ορκίζομαι στον Δία, στον Απόλλωνα, στη Δήμητρα. Αν μείνω πιστός στον όρκο μου να είμαι ευτυχισμένος. Αν παραβώ τον όρκο μου κατάρα να πέσει επάνω μου και επάνω στην οικογένειά μου”,ή στον Δία, στην Αθηνά, στον Ποσειδώνα και στην Δήμητρα. Ο Όρκος των Αθηναίων εφήβων, επικαλείται ένα μεγάλο κατάλογο μαρτύρων : την Αγλαυρο, στο Ιερό της οποίας γίνεται η ορκωμοσία (ήταν αρχαία κουροτρόφος θεότητα), την Εστία (το κέντρο της πόλης), τους πολεμικούς θεούς για την έναρξη της στρατιωτικής υπηρεσίας, την Ενυώ και τον Ενυάλιο, τον Άρη και την Αρεία Αθηνά. Κατόπιν τον Δία, την Θαλλώ και την Αυξώ (βλάστηση και Αύξηση), ως δυνάμεις που προστατεύουν τους εφήβους. Την Ηγεμόνη και τον Ηρακλή, το μέγιστο πρότυπο του ανθρώπου που βρήκε τον δρόμο του μέσα στον κόσμο με την δική του μόνο δύναμη.

Στο τέλος “τα σύνορα της πατρικής γης, το σιτάρι, το κριθάρι, τους αμπελώνες, τις ελιές, τις συκιές, δηλ. το σύνολο της γόνιμης πατρογονικής γης”. Δίνοντας όρκο που θα τους κάνει οπλίτες επικαλούνται τα ορόσημα της μεθορίου που διαχωρίζουν την πόλη από τους γείτονες και στα σύμβολα αυτά προστίθεται και ο κόσμος της καλλιεργημένης γης. Επίσης ο νέος Αθηναίος ορκίζεται ότι “δεν θα εγκαταλείψω ποτέ τον σύντροφό μου στην γραμμή”.

Το έθιμο της ορκωμοσίας απαντάται σε πολλές αδελφότητες της Δύσης, στους Κέλτες, στους Ναίτες στα Ιπποτικά Εσωτερικά Τάγματα και συχνά επισφραγίζεται με ανταλλαγή αίματος (αδελφοποίηση). Χαρακτηριστική είναι η ορκωμοσία με ανταλλαγή αίματος στην Άπω Ανατολή. οι ορεισίβιοι του Βορρά στην Καμπότζη και στο Νότιο Βιετνάμ την χρησιμοποιούν ακόμη.

Η Ε. Π. Μπλαβάτσκυ μας λέει ότι ο Σωδάλιος Όρκος είναι ο πιο ιερός από όλους τους όρκους. Την παραβίαση του σωδάλιου όρκου ή υπόσχεσης την ακολουθούσε ο θάνατος. Ο Όρκος και η Σώδ (μυστική γνώση) είναι προγενέστερα της Καμπάλα και οι αρχαίοι Μιντρασείμ κατείχαν πλήρως την Μυστική γνώση, πριν περάσουν στο Ζοχάρ.

Στο κλειδί της Θεοσοφίας η Ε.Π.Μπ. αναφέρει για την ιερότητα του όρκου τα εξής : ” Πριν αρχίσει μία οποιαδήποτε διδασκαλία το μέλος της θεοσοφίας δίνει επίσημο όρκο πως δεν θα την μεταχειριστεί για προσωπικές επιδιώξεις και δεν θα αποκαλύψει τίποτα χωρίς άδεια. Η απόσπαση από την εταιρεία τον απελευθερώνει από την υποχρέωση να υπακούσει τον Δάσκαλό του και από την συμμετοχή του στην εργασία, όχι όμως και από τον ιερό του όρκο να κρατήσει μυστικές τις γνώσεις του. Κάθε άνδρας, κάθε γυναίκα που έχει την ελάχιστη έννοια της τιμής μέσα του είναι εύκολο να καταλάβει ότι ένας όρκος σιωπής που έδωσε στο λόγο της τιμής του και ακόμα περισσότερο στο όνομα του Ανώτερου Εγώ, του κρυμμένου εντός μας Θεού τον δεσμεύει μέχρι θανάτου.

Πηγές

nea-acropoli.gr


Αφήστε μια απάντηση