Μενού
Αρχική / Εγκυκλοπαίδεια / Ιστορία / Κείμενα του 1821 / Ο θάνατος του Γιώργη Γιαννιά

Ο θάνατος του Γιώργη Γιαννιά

Πολλές μανούλαις θλίβονται κι ούλαις παρηγοριώνται
του Γιώργ’ η μάνα θλίβεται, παρηγοριά δεν έχει
στο παραθύρι κάθεται, τους κάμπους αγναντεύει,
τα ριζοβούνια τ’ Ωλενού βλέπει σκοτιδιασμένα
μην απ’ τα χιόνια τα πολλά, μην από το χειμώνα;
Μήτ’ απ’ τα χιόνια τα πολλά, μήτ’ από το χειμώνα
τον μαύρο Γιώργη έκλεισαν οι άπιστοι Λαλαίοι.
Αυτοί δεν ήσαν λιγοστοί, ήσαν δυο, τρείς χιλιάδες.
Κι ο Γιώργης ήτο μοναχός με δώδεκα νομάτους
Ντερβής Αράπης φώναξεν από το μετερίζι
-«Έβγα, Γιώργη, προσκύνησε και δώσε τ’ άρματά σου»
-«Μουρτάτη, πώς με πέρασες να βγω να προσκυνήσω;
Μήγαρις είμαι νιόνυφη τα χέρια να φιλήσω;
Εγώ’ μαι ο Γιώργης του Γιανιά, του πρώτου καπετάνιου,
και θα βαστάξω πόλεμο με δώδεκα νομάτους».
Μακροπανάγος φώναξεν από ψηλή ραχούλα
«Βάστα Γιώργη τον πόλεμον, βάστα και το ντουφέκι,
κι εγώ μεντάτι σ’έρχομαι με δύο με τρείς χιλιάδες».
«Τί να βαστάξω, θείε μου, τρείς μέρες και τρείς νύχταις
δίχως ψωμί, δίχως νερό, δίχως καμιά κυβέρνια;»
Ποιός είν’άξιος και γρήγορος να πάη στην Προστοβίτσα,
να πάει να ειπή της Γιώργενας της νεοπαντρεμένης
να μην αλλάξη την Λαμπρή, φλωριά να μην κρεμάση.


Αφήστε μια απάντηση