Διακωμωδώ : Κάνω (κάποιον, κάτι) να φαίνεται γελοίο(ς), κοροϊδεύω.
300+ μοναδικοί Υπολογισμοί - Calculators ● VresKEP.gr ● Πολίτες & ΚΕΠ
admin 28 Σεπτεμβρίου, 2006Ελληνικό Λεξικό
Διακωμωδώ : Κάνω (κάποιον, κάτι) να φαίνεται γελοίο(ς), κοροϊδεύω.
21 Ιανουαρίου, 2009
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο