Έγγειος : αυτός που αναφέρεται στη γη, που συνιστά ακίνητο περιουσιακό στοιχείο ή προέρχεται από αυτό.
Συνέχεια »Έγκλεισμα
Έγκλεισμα : μικροσκοπικό σώμα σε στερεή, υγρή ή αέρια κατάσταση, που εγκλείεται στους κρυστάλλους διαφόρων ορυκτών.
Συνέχεια »Έγγιστα
Έγγιστα : πάρα πολύ κοντά.
Συνέχεια »Εγκλείστρα
Εγκλείστρα : κάθε κλειστός χώρος, σπηλιά, όπου μονάζει ένας ασκητής.
Συνέχεια »Εγγράμματος
Εγγράμματος : αυτός που γνωρίζει γράμματα, που έχει μόρφωση.
Συνέχεια »Εγκληματογραφία
Εγκληματογραφία : η περιγραφή και κατάταξη των εγκλημάτων.
Συνέχεια »Δυσχρωμία
Δυσχρωμία : ανωμαλία στη χρωστική του δέρματος.
Συνέχεια »Δυσωδία
Δυσωδία : άσχημη και ανυπόφορη μυρωδιά.
Συνέχεια »Δυσώνυμος
Δυσώνυμος : αυτός που έχει βγάλει κακό όνομα και φήμη, που προκαλεί αποτροπιασμό και στο άκουσμα μόνο του ονόματος του.
Συνέχεια »Δυτικιστής
Δυτικιστής : ο δυτικόφιλος.
Συνέχεια »Δώθε ή εδώθε
Δώθε ή εδώθε : από αυτό το μέρος, από εδώ.
Συνέχεια »Δωσιδικία
Δωσιδικία : η κατά τόπον αρμοδιότητα κάθε δικαστηρίου από τη σκοπιά του διαδίκου ή της επίδικης υποθέσεως.
Συνέχεια »Δωσίλογος
Δωσίλογος : αυτός που υποχρεούται να λογοδοτήσει για τις πράξεις του, για τις παρανομίες που έχει διαπράξει.
Συνέχεια »Εαρινποίηση
Εαρινποίηση : τεχνητή έκθεση νεαρών φυτών ή των σπερμάτων τους σε χαμηλές θερμοκρασίες, με σκοπό την ταχύτερη ανάπτυξη τους και την επιτάχυνση του βιολογικού τους κύκλου.
Συνέχεια »Εαυτοσκοπία
Εαυτοσκοπία : σπάνια οπτική ψευδαίσθηση, κατά την οποία το άτομο νομίζει ότι βλέπει το είδωλο του σώματος του όπως σε καθρέπτη.
Συνέχεια »Δύστηκτος
Δύστηκτος : αυτός που τήκεται με δυσκολία, που δεν λειώνει εύκολα.
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο