Δρόλαπας : βροχή μαζί με σφοδρό αέρα.
Συνέχεια »Δρουγγάριος – δρουγγάρης
Δρουγγάριος – δρουγγάρης : αξιωματούχος του στρατού, του στόλου ή της δικαιοσύνης.
Συνέχεια »Δολιχοδρομώ
Δολιχοδρομώ : διανύω μεγάλη απόσταση, καθυστερώ.
Συνέχεια »Δουλοπαροικία
Δουλοπαροικία : το σύστημα κατά το οποίο εκτάσεις γης που άνηκαν σε φεουδάρχη καλλιεργούνταν από δουλοπάροικους.
Συνέχεια »Δολιχοκεφαλία
Δολιχοκεφαλία : η ανάπτυξη του ανθρώπινου κρανίου κατά τρόπον ώστε να είναι πολύ μακρύ σε σχέση με το πλάτος του.
Συνέχεια »Δουλοπρεπής
Δουλοπρεπής : αυτός που επιδεικνύει συμπεριφορά δούλου.
Συνέχεια »Δόλιχος
Δόλιχος : δρόμος αντοχής μεγάλων αποστάσεων και μονάδα μήκους που ισοδυναμούσε με δώδεκα στάδια.
Συνέχεια »Δολομίτης
Δολομίτης : ανοιχτόχρωμο, συνήθως κιτρινωπό ή γκριζόλευκο ορυκτό, που αποτελείται από ανθρακικό ασβέστιο και μαγνήσιο και απαντά στη φύση κυρίως σε μορφή μικρών συμπαγών κρυστάλλων, χρησιμοποιείται στην οικοδομική, τη γλυπτική, τη δικοσμητική και ως πυρίμαχο υλικό.
Συνέχεια »Δομέστικος ή Δομέστιχος
Δομέστικος ή Δομέστιχος : έμπιστο πρόσωπο που κατείχε ανώτερο αξίωμα στη στρατιωτική, πολιτική και εκκλησιαστική διοίκηση.
Συνέχεια »Δομικός
Δομικός : αυτός που σχετίζεται με τη δόμηση, με την κατασκευή ή το χτίσιμο.
Συνέχεια »Δομισμός
Δομισμός : κοινή θεωρία ορισμένων επιστημών του ανθρώπου, η οποία προσεγγίζει τα ανθρώπινα πράγματα ως δομικά στοιχεία ενός όλου, που αλληλοπροσδιορίζονται με βάση συγκεκριμένους κανόνες.
Συνέχεια »Δόμος
Δόμος : η οροφή που έχει ημισφαιρικό σχήμα.
Συνέχεια »Δονάκιον
Δονάκιον : μικροσκοπικό και αερόβιο βακτήριο που προκαλεί χολέρα.
Συνέχεια »Δονκιχώτης
Δονκιχώτης : αυτός που δεν έχει αίσθηση της πραγματικότητας και παρασύρεται από ρομαντικές φαντασιοπληξίες, αυτός που αναλίσκεται σε αδιέξοδες, ουτοπικές διεκδικήσεις.
Συνέχεια »Δοριάλωτος
Δοριάλωτος : αυτός που κατακτήθηκε με πόλεμο.
Συνέχεια »Δορίκτητος ή Δρύκτητος
Δορίκτητος ή Δρύκτητος : αυτός που αποτέλεσε λάφυρο πολέμου ή έχει κυριευθεί με πόλεμο.
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο