Γλυφή; Η λάξευση σκληρής ύλης , η χάραξη σκληρής επιφάνειας , κυρίως για τη δημιουργία γλυπτής παράστασης .
Συνέχεια »Γλυφή
31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Προσπάθεια δημιουργίας ένος λεξικού με λέξεις και έννοιες που συχνά χρησιμοποιούμε άλλα δεν γνωρίζουμε την ακριβή τους σημασία.
31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γλυφή; Η λάξευση σκληρής ύλης , η χάραξη σκληρής επιφάνειας , κυρίως για τη δημιουργία γλυπτής παράστασης .
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γλυφός: αυτός που έχει τη χαρακτηριστική γεύση της θαλασσινής αλμύρας , που είναι ελαφρώς αλμυρός.
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γλωσσαλγία: στην ιατρική είναι ο πόνος στη γλώσσα . Μεταφορικά σημαίνει η ενοχλητική , κουραστική και υπερβολική σε διάρκεια ομιλία , η περιττή πολυλογία.
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γλωσσαμύντορας: ο μαχητικός υπερασπιστής της καθαρεύουσας , αυτός που θεωρεί τον εαυτό του υπερασπιστή της γλώσσας του.
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γλώσσημα: η λέξη που έχει περιπέσει σε αχρηστία ως παλαιά και δυσνόητη , που απαιτεί ερμηνεία .
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γλωσσολαλία : η παραγωγή συνήθως ακατάληπτου λόγου σε κατάσταση έκστασης.
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γνάφαλα: τα κομμάτια από τρίχες η μαλλιά ζώων , που είναι ακατάλληλα για κλώσιμο ή γέμισμα παπλωμάτων , μαξιλαριών , στρωμάτων κλπ.
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γλαύκα: η κουκουβάγια
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γνώρα : η γνωριμία.
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γλαυκός: ο αστραφτερά γαλάζιος , αυτός που έχει λαμπερό γαλάζιο χρώμα.
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γολέτα: πλωτό σκάφος που διαθέτει πρωραίο και κεντρικό ιστό και πρωραία και πρυμναία πανιά σε όλους τους χαμηλότερους ιστούς.
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γλεύκος: χυμός που βγαίνει από το πάτημα των σταφυλιών , ο μούστος.
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γόμος: οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως γέμισμα . Το κάθε είδους φορτίο για υποζύγια ή πλοία.
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γλίνα: το λίπος κρέας κυρίως χοιρινού , το οποίο με το βρασμό αποβάλλεται ως ζωική , λιπαρή και γλοιώδης ουσία και είτε επικάθεται σε επιφάνειες σκευών είτε κρουστοποιείται καθώς κρυώνει.
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γόμφος : το καρφί.
Συνέχεια »31 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γλίσχρος: για χρηματικά ποσά , αυτός που δεν επαρκεί για την κάλυψη των δεδομένων αναγκών . Αυτός που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πολυτέλειας , αφθονίας , από οικονομική στενότητα.
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο